Η διαφορά μεταξύ ξεχωριστής αγάπης και πραγματικής αγάπης
Ε: Καθώς προχωρώ στη μελέτη του Μαθήματος στα Θαύματα, καταλαβαίνω σταδιακά ότι το συναίσθημα που συνήθως ονομάζεται «αγάπη» σε αυτόν τον κόσμο δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα με την «αγάπη» που συζητείται στο Μάθημα. Στην πραγματικότητα, έχω ανακαλύψει ότι σε πολλές περιπτώσεις το εγώ μου χρησιμοποιεί την ιδέα της «αγάπης» για να κρύψει πολλές πολύ δυσλειτουργικές σκέψεις και συμπεριφορές. Πώς σχετίζεται η αγάπη, όπως την καταλαβαίνουμε στον κόσμο, με την αγάπη όπως εκφράζεται στο Μάθημα και πώς μπορούμε να το χρησιμοποιήσουμε για να μας καθοδηγήσει στη ζωή μας;
Α: Η διάκριση που κάνετε ανάμεσα στην «αγάπη» για την οποία μιλάει το Μάθημα και σε αυτό που ονομάζεται «αγάπη» στον κόσμο είναι σωστή. Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Η αγάπη αυτού του κόσμου είναι πάντα αυτό που το Μάθημα αποκαλεί «ξεχωριστή αγάπη» και είναι η βάση κάθε «ξεχωριστής σχέσης». Αυτή η αγάπη όχι μόνο έχει χαρακτηριστικά τελείως αντίθετα με την αγάπη στην οποία αναφέρεται το Μάθημα, αλλά στην πραγματικότητα, καλύπτει το μίσος: «Είναι στην ξεχωριστή σχέση, η οποία γεννιέται από την κρυφή επιθυμία για ξεχωριστή αγάπη από του Θεού, που το μίσος του εγώ θριαμβεύει. Γιατί η ξεχωριστή σχέση είναι η απάρνηση της αγάπης του Θεού, και η προσπάθεια να διασφαλιστεί για τον εαυτό η ξεχωριστότητα την οποία Aυτός αρνήθηκε» (Κ-16.V.4:1-2). Λέμε κρυφά σε οποιοδήποτε άτομο ή πράγμα με το οποίο έχουμε μια ξεχωριστή σχέση αγάπης: «Ο Θεός δεν με αγάπησε με την ξεχωριστή αγάπη που θέλω, γι' αυτό θα σε χρησιμοποιήσω, για να έχω αυτή την ξεχωριστή αγάπη χωρίς την οποία πιστεύω ότι δεν μπορώ να ζήσω».
Αυτό που ονομάζουμε «αγάπη» είναι επομένως ένα υποκατάστατο της αγάπης του Θεού. Επιπλέον, το Μάθημα μάς λέει ότι είναι μίσος: «Μην ξεχνάς αυτό: το να διαπραγματεύεσαι σημαίνει ότι βάζεις ένα όριο, και με όποιον αδελφό έχεις μια περιορισμένη σχέση, τον μισείς» (Κ-21.III.1:3). Αυτό το «μίσος» βασίζεται στην εσφαλμένη αντίληψη ότι είμαστε διαφορετικοί, ατελείς και πάντα σε ανάγκη. Στη ξεχωριστή σχέση αγάπης, γίνεται μια συμφωνία για να καλύψουμε αμοιβαία τις ανάγκες ο ένας του άλλου, και έτσι επιδιώκουμε να γεμίσουμε το κενό από τον υποτιθέμενο διαχωρισμό μας από τον Θεό. Πιστοί στην εντολή του εγώ, «Ψάξτε και μη βρείτε» (Κ-16.V.6:5), αυτό το υποκατάστατο της αγάπης του Θεού δεν θα ικανοποιήσει ποτέ την ανάγκη μας, όσο σκληρά κι αν προσπαθούμε να το κάνουμε να λειτουργήσει. Ακόμα και η πιο ικανοποιητική σχέση «αγάπης» τελικά θα καταλήξει σε θάνατο.
Αυτό που μας καλεί να κάνουμε το Μάθημα, όσο σοκαριστικό κι αν αυτό μάς φαίνεται, είναι να εξετάσουμε τις ξεχωριστές σχέσεις αγάπης μας από αυτή τη νέα οπτική, ώστε να γίνουμε πρόθυμοι να αγκαλιάσουμε έναν νέο σκοπό και μια νέα ερμηνεία: «Μια άγια σχέση ξεκινά από διαφορετική βάση. Καθένας έχει κοιτάξει μέσα του και είδε (ότι δεν υπάρχει) κανένα έλλειμμα. Αποδεχόμενος την ολοκλήρωσή του, θα ήθελε να την επεκτείνει ενώνοντας τον εαυτό του με έναν άλλον, ολόκληρο όπως ο ίδιος. Δεν βλέπει καμία διαφορά μεταξύ αυτών των εαυτών, γιατί οι διαφορές είναι μόνο του σώματος. Επομένως, δεν προσβλέπει σε τίποτα που θα ήθελε να πάρει. Δεν αρνείται τη δική του πραγματικότητα επειδή αυτή είναι η αλήθεια» (Κ-22.εισ.3:1-6).
Το σημαντικό που πρέπει να θυμόμαστε είναι ότι είναι φυσιολογικό, και όχι αμαρτία, να έχουμε ξεχωριστές σχέσεις, και αυτές δεν θα αφαιρεθούν. Στην πραγματικότητα, μπορούν να είναι ωφέλιμες στη ζωή μας αν τις προσφέρουμε στο Άγιο Πνεύμα για να μεταμορφωθούν σε άγιες σχέσεις: «Έχω πει επανειλημμένα ότι το Άγιο Πνεύμα δεν θα σου στερούσε τις ξεχωριστές σου σχέσεις, αλλά θα τις μεταμορφώσει» (Κ-17.IV.2:3). Με αυτόν τον τρόπο, η αγάπη που βιώνουμε με κάποιον γίνεται καθρέφτισμα της αγάπης του Θεού στο όνειρο και όχι υποκατάστατό της.
Γαλλικό κείμενο:
La différence entre l’amour particulier et l’amour réel