Η επίδραση της μελέτης του ΕΜΣΘ στην ψυχική υγεία
Shane Watts 1 • Hadi Sohrabi1 • Michael Dix1 • Bradley Elphinstone 1
Περίληψη
Χρησιμοποιώντας τεχνικές γνωστικής αναδιάρθρωσης για την αντιμετώπιση της ψυχικής δυσφορίας, η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT) και η θεραπεία αποδοχής και δέσμευσης (ACT) υπογραμμίζουν την αιτιώδη σχέση μεταξύ αντίληψης και εμπειρίας. Ωστόσο, η CBT και η ACT θεωρούν ότι υπάρχει ένας διαχωρισμός: ότι η εμφάνιση ενός συναισθήματος, γεγονότος ή άλλης πραγματικότητας υπάρχει ξεχωριστά και ανεξάρτητα από την παρατήρησή του. Ως εκ τούτου, η CBT και η ACT είναι οντολογικά δυϊστικές. Αυτή η εργασία αναφέρεται σε μια πιθανή μη δυϊστική εναλλακτική λύση σε αυτά τα προγράμματα θεραπείας. Η πιθανή εναλλακτική λύση που εξετάζεται είναι το A Course in Miracles (ACIM/ΕΜΣΘ): μία θεωρία μη δυϊσμού που περιέχει ένα πρόγραμμα αυτομελέτης που αποτελείται από 365 μαθήματα του Βιβλίου Εργασίας Μαθητών (ΒΕΜ) που στοχεύουν στην αποκατάσταση της ψυχικής υγείας μέσω της αναδιαμόρφωσης και παύσης της δυϊστικής αντίληψης. Η αποτελεσματικότητα αυτής της εναλλακτικής λύσης αξιολογήθηκε μέσα από 33 ατομικές συνεντεύξεις με συμμετέχοντες (που προήλθαν από ομάδες ACIM Meetup) που είχαν ολοκληρώσει το Βιβλίο Εργασίας Μαθητών (ΒΕΜ) του ACIM. Τα ευρήματα αναφέρουν σημαντική θετική αλλαγή για όλους τους συνεντευξιαζόμενους όσον αφορά στην εμπειρία τους από άποψη νοοτροπίας, συναισθημάτων και κοινωνικής ζωής.
___________________________________
Αναγνωρίζοντας τις συχνά τραγικές συνέπειες και την ανάγκη για προγράμματα θεραπείας για άτομα που βιώνουν ψυχική δυσφορία, προγράμματα παρέμβασης όπως η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT) και η θεραπεία αποδοχής και δέσμευσης (ACT) είναι ευρέως διαδεδομένα στη θεραπεία της ψυχικής ασθένειας. Για παράδειγμα, μέσω της ικανότητάς της να διευκολύνει την αποδόμηση και την αναδόμηση των κατά τα άλλα προβληματικών νοητικών σχημάτων, η CBT έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στη θεραπεία μιας σειράς ψυχικών διαταραχών, συμπεριλαμβανομένων, όχι περιοριστικά, του άγχους (Otte 2011), της κατάθλιψης (Driessen και Hollon 2010), της ψύχωσης (Morrison και Barratt 2009), του μετατραυματικού στρες (Bryant et al. 2018) και του εθισμού (Oei et al. 1991; Baker et al. ACT, με εστίαση στη μη-προσκόλληση - μια ισορροπημένη κατάσταση εναγκαλισμού και ενόρασης στην κατασκευασμένη και παροδική φύση των νοητικών αναπαραστάσεων (Sahdra et al. 2010) — έχει παρόμοια αποδειχθεί αποτελεσματική στη θεραπεία μιας σειράς ψυχικών διαταραχών, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, του άγχους, της κατάθλιψης και του εθισμού (A-Tjak et al. 2015), της ψύχωσης (Bach και Hayes 2002), του χρόνιου πόνου (Veehof et al. 2011) και του στρες (Brinkborg et al. 2011). Ωστόσο, τόσο η CBT όσο και η ACT προϋποθέτουν την ανεξάρτητη πραγματικότητα του τι αφορούν οι κρίσεις, είναι επομένως οντολογικά δυϊστικές και επομένως είναι πιθανό να ενισχύσουν την πίστη στην πραγματικότητα της απειλής και του άγχους (Immergut και Kaufman 2014). Η παρούσα εργασία αναφέρει μια πιθανή εναλλακτική λύση σε αυτά τα προγράμματα θεραπείας.
Η πιθανή εναλλακτική λύση που εξετάζεται είναι το A Course in Miracles (ACIM/ΕΜΣΘ), γραμμένο από τη Δρ. Helen Schucman, καθηγήτρια Ιατρικής Ψυχολογίας στο Κολλέγιο Ιατρών και Χειρουργών του Πανεπιστημίου Columbia. Ως θεωρία μη-δυϊσμού που περιέχει ένα πρόγραμμα αυτομελέτης από 365 μαθήματα ασκήσεων, με πάνω από 3 εκατομμύρια αντίτυπα σε 22 μεταφράσεις σε κυκλοφορία (Foundation for Inner Peace 2016), ο στόχος του ACIM είναι η αποκατάσταση της ψυχικής ευωζίας μέσω της αναδιαμόρφωσης και της παύσης της δυϊστικής αντίληψης. Ως ένα πρόγραμμα εκπαίδευσης του νου που εστιάζει στην αποδόμηση σχημάτων και στη διευκόλυνση της μη-προσκόλλησης, το ACIM έχει επίσης πολλές ομοιότητες με την CBT και την ACT. Ωστόσο, αντίθετα από την CBT και την ACT, το ACIM δεν δίνει πραγματικότητα στον φυσικό κόσμο, δεν βλέπει τον φυσικό κόσμο ως αιτιώδη και δεν θεωρεί ότι ο φυσικός κόσμος υπάρχει κάπως ανεξάρτητα από τον εαυτό (A Course in Miracles 2007a). Η προσωπική εμπειρία, συμπεριλαμβανομένης της συναισθηματικής αναταραχής, θεωρείται ως ένα αυτοεκδηλουμένο υποπροϊόν της δημιουργικής ικανότητας του νου να αντιλαμβάνεται τον εαυτό του ως υπό απειλή. Έξω από αυτό, το αυτοκατασκευασμένο κενό ανεξάρτητης πραγματικότητας, η σύγκρουση παύει να υπάρχει. Συνεπώς, και σε αντίθεση με προγράμματα όπως η CBT και η ACT, το ACIM προτείνει ότι η ειρήνη του νου δεν χάνεται ποτέ, αλλά απλώς επισκιάζεται η εμπειρία αυτή από πράξεις της αντίληψης. Ως εκ τούτου, η κατανόηση της φύσης της αντίληψης, συμπεριλαμβανομένων των αισθητηριακών ερεθισμάτων, και συνήθως την τάση να εξάγουμε συμπεράσματα από ό,τι είναι απατηλό, αποτελεί μεγάλο μέρος του προγράμματος και διαφοροποιεί σημαντικά το ACIM από την CBT και την ACT.
Ωστόσο, σε αντίθεση με τη σημαντική έρευνα που είναι διαθέσιμη σχετικά με τα αποτελέσματα της CBT και της ACT στη θεραπεία ψυχικών ασθενειών, το ACIM έχει λάβει μικρή εμπειρική προσοχή. Μια βιβλιογραφική αναζήτηση αποκαλύπτει μόνο τη μελέτη του Boorstein (2000) που περιλαμβάνει ένα μέγεθος δείγματος τριών συμμετεχόντων που έκαναν την πρακτική του ACIM, και της Alexander (2012) που περιλαμβάνει ένα μέγεθος δείγματος δύο συμμετεχόντων που έκαναν την πρακτική του ACIM, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της Alexander. Η απουσία του ACIM στην έρευνα για προγράμματα θεραπείας καταστάσεων ψυχικής ασθένειας δείχνει ένα κενό γνώσης.
Στόχος αυτής της μελέτης είναι επομένως να αξιολογήσει εάν η πρακτική εξάσκηση του ACIM επηρεάζει την ψυχική ευζωία και εάν το ACIM μπορεί να θεωρηθεί ως μία θεραπευτική επιλογή για περιπτώσεις που αφορούν αντιληπτική δυσφορία. Η μελέτη των αποτελεσμάτων της εφαρμογής του ACIM μπορεί επίσης να προσφέρει μια χρήσιμη συμβολή στην υπάρχουσα έρευνα σχετικά με τα οφέλη της μη δυικής ψυχοθεραπείας (Nixon και Theriault 2012; Tzu et al. 2017). Συγκεκριμένα, αυτή η έρευνα μπορεί να βοηθήσει να ενημερωθεί η τρέχουσα γνώση σε σχέση με τον ρόλο της οντολογικής κατεύθυνσης στην επίδραση ή την απαγόρευση της αντιληπτικής και βιωματικής αλλαγής.
Για να καταστεί δυνατή μια ολοκληρωμένη ποιοτική ανάλυση του αποτελέσματος της πρακτικής εξάσκησης του ACIM, επιτυγχάνοντας κορεσμό τόσο σε δεδομένα κώδικα όσο και σε δεδομένα νοήματος (Hennink et al. 2017), πραγματοποιήθηκε μια μελέτη σε 33 μαθητές του ACIM (που προέκυψαν από ομάδες ACIM Meetup). Αυτό το άρθρο αναφέρει τα ευρήματα. Περιλαμβάνεται μια σύντομη επισκόπηση του ACIM, μια αναφορά στη διαθέσιμη έρευνα, μια σύντομη ενότητα μεθόδων, μια ενότητα αποτελεσμάτων και μια συζήτηση. Αυτό το άρθρο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι λόγω των θετικών αλλαγών στη νοοτροπία, στα συναισθήματα και στις κοινωνικές σχέσεις που ανέφεραν οι ερωτηθέντες ως αποτέλεσμα της πρακτικής στο ACIM, το ACIM μπορεί να θεωρηθεί ένα χρήσιμο πρόγραμμα για την αποκατάσταση της κακής ψυχικής υγείας για κάποια άτομα.
Ιστορικό και Ανασκόπηση Βιβλιογραφίας
Το ACIM, εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1976, έχει μεταφραστεί μέχρι σήμερα σε 22 γλώσσες, με περισσότερα από 3 εκατομμύρια αντίτυπα σε κυκλοφορία (Foundation for Inner Peace 2016). Το σχήμα και η διάταξη του ACIM αποτελείται από τρία βιβλία, τα οποία φαίνονται στον Πίνακα 1.
Μεταγενέστερα συμπληρώματα περιλαμβάνουν τα βιβλία: Ψυχοθεραπεία: Σκοπός, Διαδικασία και Πρακτική και Το Τραγούδι της Προσευχής. Επίσης, μια ενότητα Αποσαφήνισης Όρων συμπεριλήφθηκε από τη δεύτερη έκδοσή του και μετά (Course in Miracles Society 2017).
Η Εισαγωγή του ACIM αναφέρει: «τίποτα πραγματικό δεν μπορεί να απειληθεί. Τίποτα μη- πραγματικό δεν υπάρχει» (A Course in Miracles 2007a, σελ. 1). Αυτή η δήλωση υπονοεί ότι εάν ένα πράγμα, γεγονός ή συναισθηματική κατάσταση μπορεί να μεταβληθεί ή να αλλάξει με οποιονδήποτε τρόπο, τόσο ως προς το αποτέλεσμα όσο και ως προς το συναίσθημα, τότε είναι εντελώς φαντασιακή. Οι μαθητές του ACIM καλούνται επομένως να κατανοήσουν την φυσικότητα, (ΣτΜ: υλικότητα, σωματικότητα) συμπεριλαμβανομένων όλων των πεποιθήσεων που βασίζονται στο σώμα, σαν να είναι κάτι σαν όνειρο, ενώ ο Εαυτός-ως-μοναδικός παραμένει σταθερός λόγω της εσωτερικής ομοιογένειας της αλήθειας, ως μια ύπαρξη χωρίς αρχή, τέλος ή ασυνέχεια (A Course in Miracles 2007a).
Το ACIM επίσης λέει ότι ο Εαυτός-ως-μοναδικός υπάρχει απολύτως χωρίς σύγκρουση, επειδή η σύγκρουση υπονοεί μια κατάσταση διαίρεσης και την ύπαρξη αντίθετων δυνάμεων οι οποίες, μέσα στην ολότητα της ενιαιότητας που αναφέρει το ACIM, δεν υπάρχουν. Γι' αυτό, όταν αντιμετωπίζουν σύγκρουση, οι μαθητές του ACIM έχουν οδηγία να αναγνωρίζουν ότι η σύγκρουση έχει ως βάση την αντίληψη, και η αντίληψη είναι θέμα επιλογής. Δηλαδή, το ACIM θεωρεί την ψυχική δυσλειτουργία ως «μια εσφαλμένη προσπάθεια να αντιληφθείς τον εαυτό σου όπως θέλεις να είσαι, αντί για όπως είσαι» (A Course in Miracles 2007a, σελ. 42). Ο σκοπός του ΒΕΜ του ACIM είναι να εκπαιδεύσει τον νου «με συστηματικό τρόπο σε μια διαφορετική αντίληψη για όλους και όλα» (A Course in Miracles 2007b, σελ. 1), σημειώνοντας ότι ενώ μια «θεωρητική βάση όπως αυτή που παρέχει το Κείμενο είναι απαραίτητη ως ένα πλαίσιο για να καταστήσει ουσιαστικές τις ασκήσεις σε αυτό το Βιβλίο Εργασίας... η εκτέλεση των ασκήσεων είναι αυτή που θα καταστήσει εφικτό τον στόχο του μαθήματος» (A Course in Miracles 2007b, σελ. 1). Ο στόχος του ACIM είναι η «άρση των εμποδίων στην επίγνωση της παρουσίας της αγάπης» (A Course in Miracles 2007a, σελ. 1), την οποία το ΒΕΜ έχει ως στόχο να επιτύχει μέσω μιας σειράς μαθημάτων αυτομαθητείας που αφορούν την εφαρμογή μίας ιδέας κάθε μέρα όσον αφορά την αντίληψη του εξωτερικού περιβάλλοντος, των σκέψεων και των πεποιθήσεων κάποιου. Στόχος των μαθημάτων είναι να διευκολύνουν την απόσυρση των πεποιθήσεων τονίζοντας την επίδραση μιας αντιληπτικής μετατόπισης και την απεμπόληση του εσωτερικού διαλόγου στον οποίο άθελά μας προσκολλόμαστε σε υποσυνείδητο ή προ-συνειδητό επίπεδο, όπως απεικονίζεται ακολούθως στο Έβδομο Μάθημα:
Κοίταξε ένα φλυτζάνι… Βλέπεις ένα φλυτζάνι, ή απλώς ξαναβλέπεις τις παλιές σου εμπειρίες του να πιάνεις ένα φλυτζάνι, να διψάς, να πίνεις από ένα φλυτζάνι, να νιώθεις το χείλος του φλυτζανιού πάνω στα χείλη σου, να τρως πρωϊνό, κ.ο.κ. Ακόμα και οι αισθητικές σου αντιδράσεις για το φλυτζάνι, δεν οφείλονται στις παλιές σου εμπειρίες; Πώς αλλιώς θα ήξερες, εάν αυτό το είδος φλυτζανιού θα σπάσει εάν το ρίξεις κάτω; Τι γνωρίζεις γι’ αυτό το φλυτζάνι πέρα απ’ όσα έμαθες στο παρελθόν; Δεν θα είχες ιδέα για το τι είναι αυτό το φλυτζάνι, εάν δεν το είχες μάθει στο παρελθόν. Άρα, πραγματικά το βλέπεις;
_______________________________________________________________________________
Table 1 Tα τρία βιβλία που αποτελούν το A Course in Miracles
Bιβλίο Σελίδες Λειτουργία
_______________________________________________________________________________
Κείμενο 669 Κυρίως θεωρητικό. Παραθέτει τις έννοιες στις οποίες βασίζεται το σύστημα σκέψης του
Μαθήματος. Οι ιδέες του περιέχουν το θεμέλιο για τα μαθήματα του Βιβλίου Εργασίας Μαθητών.
ΒΕΜ 488 Περιλαμβάνει 365 μαθήματα πρακτικής εφαρμογής που ολοκληρώνονται, ένα την
ημέρα. Δίνει έμφαση στην εμπειρία μέσω της πρακτικής εφαρμογής αντί της εκ
των προτέρων δέσμευσης σε έναν πνευματικό στόχο
Εγχειρίδιο
Δασκάλων 92 Είναι γραμμένο σε μορφή ερωτήσεων και απαντήσεων. Παρέχει απαντήσεις σε
μερικές από τις πιο πιθανές ερωτήσεις που μπορεί να κάνει ένας μαθητής. Συχνά
διαβάζεται πρώτο λόγω της πιο απλοϊκής χρήσης της γλώσσας .
_______________________________________________________________________________
Με αυτόν τον τρόπο, το ACIM προσφέρει ένα εξαιρετικά δομημένο μονοπάτι γνωσιακής επανεκτίμησης, αυτο-αναδιάρθρωσης και αλλαγής στην εμπειρία, το οποίο κινεί η προθυμία των ίδιων των ατόμων να ασχοληθούν στοχαστικά με το υλικό και με αυτο-επιβαλλόμενη εφαρμογή των 365 καθημερινών μαθημάτων. Ωστόσο, πολύ λίγη έρευνα είναι διαθέσιμη για να εξακριβωθεί, εάν η μη δυϊδική περιγραφή της πραγματικότητας του ACIM και το σύνολο των μαθημάτων του ΒΕΜ που στοχεύουν στη διευκόλυνση της απεμπόλησης των πεποιθήσεων, είναι αποτελεσματικά ως προς τη βελτίωση της ψυχικής ευζωίας ή την αλλαγή αντιλήψεων. Δύο μελέτες που έχουν δημοσιευτεί είναι οι Boorstein (2000) και Alexander (2012).
Ο Boorstein, μέσω του ρόλου του ως ψυχοθεραπευτή, παρατήρησε ότι πολλοί από τους πελάτες του έβρισκαν ότι η ανάγνωση του ACIM τους βοηθούσε «να ανοίξουν το σκεπτικό τους για τα διλήμματα της ζωής τους, πώς να τα βλέπουν και τι μπορούν να κάνουν οι ίδιοι ή οι οικείο τους γι’ αυτά» (σελ. 415). Ο Boorstein διεξήγαγε έτσι μια σειρά περιπτωσιολογικών μελετών όπου το ACIM, ως πρόγραμμα εκπαίδευσης του νου, δόθηκε σε επιλεγμένους πελάτες που βίωναν αυξημένα επίπεδα ψυχικής δυσφορίας. Τα δεδομένα του Boorstein αποκαλύπτουν, στην περίπτωση ενός πελάτη που διαγνώστηκε με παρανοϊκή σχιζοφρένεια, ότι η απλή ανάγνωση του ACIM «τον βοήθησε να οργανώσει την ψυχωτική του σκέψη με πιο ευγενικό τρόπο» (σελ. 418). Το εύρημα του Boorstein ήταν αντίθετο με τις δικές του προσδοκίες, καθώς προηγουμένως το είχε θεωρήσει πολύ περίπλοκο βιβλίο για ένα άτομο με φτωχή παιδεία, ενώ στην μελέτη του το παρουσίαζε ως «βήματα μακριά από την ψυχολογική αποδιοργάνωση» (σελ. 418). Αυτό το εύρημα μας λέει ότι το ACIM μπορεί να είναι ωφέλιμο στη θεραπεία της ψυχωτικής σκέψης και εφαρμόσιμο για άτομα όλων των καταστάσεων του νου και βαθμών εκπαίδευσης.
Η δεύτερη περίπτωση μελέτης του Boorstein (2000) αφορούσε έναν πελάτη που υπέφερε από παρανοϊκό ιδεασμό καταδίωξης ως αποτέλεσμα μετατραυματικού στρες. Ο Boorstein αναφέρει ότι την εποχή της θεραπείας, ο παρανοϊκός καταδιωκτικός ιδεασμός είχε εξελιχθεί σε αδυναμία συσχετισμού με τους συναδέλφους και την οικογένεια. Μέσω της χρήσης του ACIM, κυρίως ως μίας δομημένης πλατφόρμας που περιείχε ένα σύνολο καθημερινών μαθημάτων και οδηγιών, παρά ως ένα στοχαστικό εργαλείο, η παρανοϊκή καταδιωκτική ιδέα του πελάτη του Boorstein εξαφανίστηκε κατά τη διάρκεια λίγων μηνών. Ως αποτέλεσμα, ο πελάτης επέστρεψε σε μια πλήρως λειτουργική κατάσταση τόσο στο σπίτι όσο και στο χώρο εργασίας του, δείχνοντας ότι το ACIM μπορεί να είναι ωφέλιμο για τη θεραπεία της παράνοιας.
Η τρίτη περίπτωση μελέτης του Boorstein (2000) αφορούσε έναν πελάτη που είχε κάνει 15 χρόνια ψυχανάλυση με άλλον θεραπευτή, είχε αντιμετωπίσει επιτυχώς θέματα όπως η χαμηλή αυτοπεποίθηση και το νευρωτικό άγχος και λειτουργούσε σε υψηλό ψυχολογικό επίπεδο στο παρόν. Ο πελάτης εξακολουθούσε να βιώνει μελαγχολία και χαμηλού βαθμού θλίψη, και βίωνε κρίση μέσης ηλικίας λόγω του πρόσφατου θανάτου του πατέρα του. Ο πελάτης παραπέμφθηκε στον Boorstein για τον τελευταίο λόγο. Τα δεδομένα του Boorstein δείχνουν ότι, μέσω της εξάσκησης στο ACIM, ο πελάτης ένιωσε επιβεβαιωμένος στην επιδίωξη ενός πνευματικού ταξιδιού, και άρχισε να βλέπει τη ζωή από μια πιο εμπεριεκτική οπτική. Ο Boorstein αναφέρει ότι εφαρμόζοντας τη διδασκαλία του ACIM, ο πελάτης άρχισε επίσης να μετριάζει την κριτική του για τον εαυτό του και τους άλλους. Αυτό το εύρημα δείχνει ότι το ACIM μπορεί να διευκολύνει την προσωπική ανάπτυξη πνευματικής φύσης και ότι η πρακτική του ΒΕΜ του ACIM θα μπορούσε να επηρεάσει θετικά τις νοοτροπίες προς τον εαυτό και τους άλλους. Η μελέτη του Boorstein προτείνει επίσης, για άτομα που αντιμετωπίζουν διαταραχές της διάθεσης, ότι η κοινωνική αλληλεπίδραση μπορεί να επηρεαστεί θετικά ως αποτέλεσμα της πρακτικής του ACIM.
Το μόνο άλλο άρθρο που δημοσιεύτηκε για τα αποτελέσματα της εξάσκησης στο ACIM είναι της Alexander (2012), η οποία στον ρόλο της ως Μέντορας και Προπονητής Ζωής, χρησιμοποίησε το πρόγραμμα του ACIM για να μειώσει την ψυχική δυσφορία του πελάτη που σχετιζόταν με την προσωπική και επαγγελματική ανάπτυξη. Όπως περιγράφεται στο «Γιατί ο καθορισμός στόχων μπορεί να καταστρέψει τη ζωή σας», η Alexander ανέλαβε δύο περιπτώσεις μελέτης μέσα στο πλαίσιο του πελάτη-μέντορα.
Και οι δύο έδειξαν ότι εγκαταλείποντας την ανάγκη να ελέγχουν την ζωή τους, όπως έμαθαν από το ACIM, μια μεγαλύτερη αίσθηση ειρήνης και ικανοποίησης από τη ζωή προέκυψαν. Η ίδια η Alexander ήταν ένας από τους δύο συμμετέχοντες στη μελέτη. Αυτό το εύρημα εισάγει την πιθανότητα ότι το ACIM μπορεί να διευκολύνει την βελτίωση της ψυχικής ευζωίας σε σχέση με την προσωπική και επαγγελματική ανάπτυξη. Υπάρχουν, ωστόσο, δυσκολίες στην παρέκταση από ένα τόσο μικρό δείγμα, ειδικά όταν ο συγγραφέας του είναι ένας εκ των δύο συμμετεχόντων. Επιπλέον, αν και αξιολογήθηκε από ισότιμους, η υστερούσα επιστημονική αυστηρότητα είναι προφανής στην κατασκευή και την παρουσίαση της μελέτης της Alexander.
Το ACIM έχει προταθεί ως πρόγραμμα θεραπείας για ορισμένους πληθυσμούς που αντιμετωπίζουν δυσλειτουργία ψυχικής υγείας και φέρεται να χρησιμοποιείται από ορισμένους πληθυσμούς σε συνδυασμό με άλλες θεραπευτικές επιλογές. Συγκεκριμένα, οι Hamm και Schrink (2016) συνιστούν το ACIM να χρησιμοποιείται ως πρόγραμμα αποκατάστασης που προσφέρεται σε σωφρονιστικά καταστήματα λόγω του καλού θεωρητικού του προσδιορισμού «των κύριων παραγόντων που επηρεάζουν τους πόνους της φυλάκισης» (σελ. 178). Ενώ οι Hok et al. (2008), στη χαρτογράφηση μοτίβων της συμπληρωματικής και εναλλακτικής ιατρικής που χρησιμοποιούνται στη θεραπεία του καρκίνου, καταγράφουν το ACIM ως μέρος της βιβλιογραφίας που χρησιμοποιείται επί του παρόντος από τα υποκείμενα της μελέτης τους. Ωστόσο, κανένα εμπειρικό στοιχείο δεν δηλώνει ότι το ACIM μπορεί να είναι χρήσιμο στη θεραπεία των σχετικών φυσιολογικών διαταραχών που μπορεί να εμφανίσουν οι ασθενείς με καρκίνο, και ενώ οι μαρτυρίες που δημοσιεύτηκαν στον ιστότοπο του Miracles Prisoner Ministry -ενός οργανισμού που παρέχει στους κρατούμενους ένα ετήσιο μάθημα αλληλογραφίας πνευματικής αποκατάστασης βασισμένο στο ACIM ("Miracles Prisoner Ministry" n.d.)– δείχνουν ότι το ACIM θα μπορούσε ωφέλιμο για τους φυλακισμένους ως μέρος της αποκατάστασής τους, αυτές οι μαρτυρίες μπορεί να θεωρηθούν προωθητικές παρά επιστημονικής αξίας.
Mέθοδος
Τρεις ποιοτικές προσεγγίσεις εξετάστηκαν για να αξιολογηθεί εάν η πρακτική εφαρμογή του ACIM είχε κάποιο αποτέλεσμα και εάν ναι, ποια μπορεί να είναι τα αποτελέσματα στην ψυχική υγεία. Αυτές ήταν ασύγχρονες συνεντεύξεις, ομάδες εστίασης, και συνεντεύξεις ένας προς έναν. Ωστόσο, λόγω του περιορισμένου διαθέσιμου χρόνου για την ολοκλήρωση της πρακτικής εξάσκησης και την πιθανότητα αποκάλυψη πολύ ευαίσθητων προσωπικών πληροφοριών, από τις τρεις επιλογές, χρησιμοποιήθηκε μια ημι-δομημένη διαδικασία συνέντευξης.
Διαδικασία
Μετά την έγκριση από την Επιτροπή Δεοντολογίας για την Ανθρώπινη Έρευνα του Πανεπιστημίου Τεχνολογίας Swinburne, ο συγγραφέας και οι διοργανωτές απέκτησαν πρόσβαση στο Meetup --μια διαδικτυακή πλατφόρμα/ιστότοπο μέσω του οποίου άτομα με παρόμοια ενδιαφέροντα οργανώνουν συναντήσεις-- και επικοινώνησαν με τις αυστραλιανές πολιτείες: Victoria, New South Wales και Queensland. Ζητήθηκε από τους διοργανωτές των ομάδων ACIM να διαθέσουν το παρεχόμενο ενημερωτικό φυλλάδιο συμμετοχής στην μελέτη στα αντίστοιχα μέλη των ομάδων τους στο Meetup ACIM, είτε σε ηλεκτρονική είτε σε έντυπη μορφή. Έχοντας λάβει το φυλλάδιο, τα μέλη της ομάδας ACIM Meetup που ενδιαφέρονταν να συμμετέχουν στη μελέτη, έλαβαν οδηγίες να στείλουν email στον συγγραφέα της μελέτης για να κανονίσουν μια συνέντευξη. Χωρίς να το γνωρίζει ο συγγραφέας, το φυλλάδιο της μελέτης έφτασε και σε μαθητές του ACIM στη Νότια Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία.
Μετά από αυτήν την διαδικασία, πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις είτε δια ζώσης είτε μέσω βιντεοκλήσης στο Skype. Η διάρκεια των συνεντεύξεων κυμάνθηκε μεταξύ 21 και 79 λεπτών (Μέσος όρος = 54,39, ΤΑ = 12,39). Όλες οι συνεντεύξεις καταγράφηκαν με συσκευή ηχογράφησης. Μετά την απομαγνητοφώνηση, χρησιμοποιήθηκε ανοικτή περιγραφική κωδικοποίηση για τον σχηματισμό κατηγοριών και στη συνέχεια, χρησιμοποιήθηκε αναλυτική επιλεκτική κωδικοποίηση για τον σχηματισμό των συνολικών εκδηλωμένων πτυχών που συνδέονταν με το ερευνητικό ερώτημα. Αυτές οι πτυχές περιλάμβαναν ευρήματα πριν και μετά το ACIM σχετικά με τις εμπειρίες άγχους, σύγκρουσης, ανεπιθύμητων περιστατικών, αισθητά οφέλη και δυσκολίες, βαθμούς συμμετοχής στην κοινότητα, νοητική ευελιξία, συναισθηματικότητα και ψυχική υγεία.
Συμμετέχοντες
Έχοντας επιτύχει τόσο τον κορεσμό κωδικοποίησης όσο και τον νοηματικό κορεσμό (Hennink et al., 2017), το δείγμα αποτελούνταν από 33 μαθητές του ACIM meetup (Άνδρες = 11, Γυναίκες = 22). Η ηλικία των συμμετεχόντων κυμαινόταν μεταξύ 41 και 75 ετών (Μέσος όρος = 54,39 έτη, ΤΑ = 12,39). Η τοποθεσία των συμμετεχόντων περιλάμβανε: Βικτώρια = 13, Νέα Νότια Ουαλία = 10, Κουίνσλαντ = 4, Νότια Αυστραλία = 2 και Νέα Ζηλανδία = 3. Τα έτη εμπειρίας με το ACIM κυμαίνονταν από 2 έως 30 έτη (Μέσος όρος = 17,64, ΤΑ = 7,98). Τα έτη από την πρώτη ολοκλήρωση του Βιβλίου Εργασίας Μαθητών κυμαίνονταν από 1 έως 28 έτη (Μέσος όρος = 13,82, ΤΑ = 8,60). Ο αριθμός των φορών που οι συμμετέχοντες είχαν ολοκληρώσει το ΒΕΜ κυμαινόταν από 1 έως 15 φορές (Μέσος όρος = 2,61, ΤΑ = 3,06), και όλοι οι συμμετέχοντες δήλωσαν ότι είχαν διαβάσει το Κείμενο και το Εγχειρίδιο Δασκάλων τουλάχιστον μία φορά.
Είκοσι ένας από τους συμμετέχοντες (64%) είχαν επισκεφθεί σύμβουλο, ψυχίατρο ή ψυχολόγο πριν από την μελέτη του ACIM. Δεκαεπτά συμμετέχοντες (52%) ανέφεραν επίσημη διάγνωση ή αυτοδιάγνωση αγχώδους διαταραχής, συχνά σε οξεία μορφή πριν από το ACIM. Δώδεκα συμμετέχοντες (36%) ανέφεραν επίσημη διάγνωση ή αυτοδιάγνωση άγχους και κατάθλιψης. Δέκα συμμετέχοντες (30%) ανέφεραν επίσημη διάγνωση ή αυτοδιάγνωση συννοσηρότητας άγχους και κατάθλιψης. Ένας συμμετέχων ανέφερε ότι είχε νοσηλευτεί αρκετές φορές για θεραπεία κατάθλιψης και αυτοκτονικές τάσεις. Πέντε συμμετέχοντες (15%) ανέφεραν επίσημη διάγνωση ή αυτοδιάγνωση άλλων ψυχικών διαταραχών, όπως μετατραυματική αγχώδη διαταραχή, ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, διαταραχή συναισθηματικής προσαρμογής και φοβίες, συμπεριλαμβανομένης της οξείας κοινωνικής αγχώδους διαταραχής. Επτά συμμετέχοντες (21%) ανέφεραν προηγούμενο ιστορικό εξάρτησης από ουσίες, συμπεριλαμβανομένης της συνεξάρτησης, ναρκωτικών, αλκοόλ και διατροφικών εθισμών πριν από το ACIM. Ένας από τους συμμετέχοντες είχε εισηχθεί σε κέντρο απεξάρτησης, και ένας συμμετέχων είχε νοσηλευτεί δύο φορές λόγω ψύχωσης μετά από χρήση ναρκωτικών
Αποτελέσματαs
Η ανάλυση των πληροφοριών από τις 33 συνεντεύξεις παρήγαγε τρία διαφορετικά, αλλά έντονα συσχετισμένα θέματα που σχετίζονται με τα οφέλη που έχει η πρακτική εξάσκηση του ACIM στην ψυχική ευζωία. Αυτές ήταν η αλλαγή νοοτροπίας, η συναισθηματική αλλαγή, και η κοινωνική αλλαγή. Αυτά τα τρία θέματα παρουσιάζονται αναλυτικά ως εξής:
Αλλαγή Νοοτροπίας
Ενώ, από το έργο των Eagly και Chaiken (1993), Petty et al. (1997) και Schwarz (2007), μια νοοτροπία είναι η τάση να αξιολογείται μια έννοια, ένα αντικείμενο, ένα άτομο ή μια ομάδα θετικά ή αρνητικά, τα δεδομένα έδειξαν τρεις κύριους τομείς σημαντικής διαφοράς νοοτροπίας ως αποτέλεσμα της μαθητείας στο ACIM. Αυτοί περιλαμβάνουν την αποδοχή της ευθύνης για τον εαυτό σε αντίθεση με την πίστη στην θυματοποίηση, μία νοοτροπία μη-προσκόλλησης σε αντίθεση με την ανάγκη ελέγχου, και ένα αίσθημα εμπιστοσύνης στην θέση της αντίληψης σύγκρουσης. Και οι τρεις αυτές αλλαγές νοοτροπίας φάνηκαν να είναι αλληλένδετες. Περαιτέρω, οι περισσότεροι από τους συνεντευξιαζόμενους εξέφρασαν έλλειψη νοήματος και ικανοποίησης στη ζωή τους πριν από την μαθητεία τους στο ACIM. Για παράδειγμα, η Donna, η οποία πριν από το ACIM είχε εισαχθεί δύο φορές στο νοσοκομείο λόγω κατάθλιψης και πιθανής αυτοκτονίας, δήλωσε: «Είχα συγκρούσεις σε όλους τους τομείς της ζωής μου πριν από το ACIM. Η οικογενειακή μου ζωή, η επαγγελματική μου ζωή, τα παιδιά μου, οι γονείς μου - κάθε μέρος της ζωής μου ήταν σε σύγκρουση». Ενώ για την Κάθι, το άγχος της πριν από το ACIM είχε πάρει τη μορφή «της φυσικής πραγματικότητας του θανάτου των ζώων, χωρίς χρήματα, χωρίς βροχή, με κακουχίες, με κατ' οίκον εκπαίδευση, με το μαγείρεμα για κλαδευτές».
Πολλοί από τους συνεντευξιαζόμενους ανέφεραν ότι είχαν προσπαθήσει να λύσουν τέτοια προβλήματα μέσω μιας σειράς ενεργειών, που στόχευαν στο να έχουν μεγαλύτερο έλεγχο πάνω σε γεγονότα, ανθρώπους ή συναισθήματα. Η Σίντι, για παράδειγμα, έχοντας αντιμετωπίσει προβλήματα συνεξάρτησης γύρω από την ερωτική της ζωή πριν από το ACIM, δηλώνει: «πολύ πριν από το ACIM όλα ήταν πολύ αληθινά και πολύ σημαντικά, και χρειαζόμουν τα πράγματα να είναι όπως ήθελα – τα πάντα δηλαδή [γέλια]». Ενώ η Στεφ, έχοντας υποφέρει από οξύ άγχος πριν από το ACIM, αναφέρει και εκείνη: «Έπρεπε να έχω τον έλεγχο των πάντων, αλλιώς ο κόσμος θα κατέρρεε. Κάτι που συνέβαινε συχνά επειδή εγώ έλεγχα τα πάντα [γέλια]».
Σύμφωνα με το ACIM, η αιτία που οι άνθρωποι υποφέρουν είναι, ωστόσο, η πίστη στον δυϊσμό και ότι ο δυισμός, ως σύστημα πεποιθήσεων, διορθώνεται με την απόσυρση της πίστης. Με αυτόν τον τρόπο, το ACIM φαίνεται να διαφέρει σημαντικά από άλλες επιλογές θεραπείας ψυχικής υγείας, όπως η CBT και η ACT. Επί αυτού, ο Kirk, που υπέφερε από κοινωνική φοβία πριν από το ACIM, λέει: «Νομίζω ότι το Μάθημα είναι πολύ πιο απόλυτο... ξέρετε, υπάρχουν κάποια πράγματα που (άλλα προγράμματα) θα πίστευαν ότι άξιζαν να τα φοβόμαστε». Συγκεκριμένα, για το CBT και το ACT ως δυϊστικά προγράμματα, ο Kirk συνέχισε: «οπότε σε αυτή την περίπτωση, ξέρεις ότι δεν υπάρχει απάντηση. Δεν μπορείς πραγματικά να πάρεις απόσταση και είσαι αντικειμενικός σε σχέση με κάτι που πραγματικά είναι φοβιστικό, ενώ το ACIM λέει ότι δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθείς», όπως αναφέρει στο μάθημα 48 του βιβλίου ασκήσεων, «Δεν υπάρχει τίποτα να φοβηθώ» (acim 2007b, σελ. 77), που σχετίζεται με την περίληψη του ACIM ότι «τίποτα πραγματικό δεν μπορεί να απειληθεί. Τίποτα μη πραγματικό δεν υπάρχει» (acim 2007a, σελ. 1).
Το βασικό θέμα του ACIM, ότι «ο κόσμος που βλέπεις είναι αυτό που εσύ του έδωσες, τίποτα περισσότερο από αυτό» (A Course in Miracles 2007a, σελ. 445), φάνηκε επίσης να παίζει σημαντικό ρόλο στη διευκόλυνση της αλλαγής νοοτροπίας για όλους τους συνεντευξιαζόμενους. Για παράδειγμα, η Betty, η οποία βίωσε ακραίο τραύμα παιδικής ηλικίας, σχολίασε: «με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο πολύ συμβάλλω στα δικά μου βάσανα». Ομοίως, ο Max, χρόνια αποτραβηγμένος πριν από το ACIM, δήλωσε: «Πραγματικά μου άλλαξε εκείνο την ιστορία μου θυματοποίησης σε μια ιστορία ενδυνάμωσης. Απ’ ό,τι καταλαβαίνω, εξαρτάται από εμένα το πώς θα το αντιμετωπίσω αυτό και πώς αντιδρώ σε αυτό».
Όπως περιγράφει το πρόγραμμα, ένα μεγάλο μέρος της αλλαγής στην βιωμένη εμπειρία έχει ως επίκεντρο ειδικά την εγκατάλειψη του νοήματος που δίνεται σε μια έννοια, γεγονός, αντικείμενο, άτομο ή ομάδα. Συγκεκριμένα, η βιωματική αλλαγή περιλαμβάνει την απόσυρση της κατηγόριας, αλλιώς κατανοητή ως μη-προσκόλληση: η εγκατάλειψη ενός πάγιου νοήματος που περιβάλλει ένα δεδομένο συναίσθημα, αίσθηση, κατάσταση ή γεγονός (Sahdra et al. 2010) ή τη συγχώρεση: η αναγνώριση ότι «αυτό που νόμιζες ότι ο αδελφός σου έκανε σε σένα, δεν έχει συμβεί» (A Course in Miracles 2007b, σελ. 401).
Είναι ενδιαφέρον ότι η απροθυμία να αποσυρθεί το νόημα μιας δεδομένης κατάστασης, ατόμου ή πεποίθησης, αναφερόταν ως ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για την αλλαγή νοοτροπίας των συνεντευξιαζομένων. Για παράδειγμα, σχετικά με την σεξουαλική κακοποίηση και παραμέληση στην παιδική της ηλικία, η Betty δηλώνει: «να εγκαταλείψω αυτό το αίσθημα δικαιώματος, αυτό το αίσθημα ότι έχω δίκιο, ότι είχα κάθε δίκιο να μην συγχωρώ, κάθε δίκιο να είμαι μνησίκακη. Ναι... αυτό ήταν το πιο δύσκολο πράγμα να συγχωρήσω». Ομοίως, ο Kirk, σχετικά με την απροθυμία του να εγκαταλείψει τις κρίσεις, σημείωσε ότι «μερικές φορές νιώθω ότι δεν είναι σωστό να συγχωρώ τους ανθρώπους [γέλια]. Όπως νιώθω ότι είναι τόσο άδικο που πρέπει να συγχωρήσω αυτούς τους μαλάκες που είναι τόσο μαλάκες [γέλια]».
Ωστόσο, όπως αντικατοπτρίζεται στη δήλωση του Kirk, «αλλά ναι... ξέρω ότι δεν θα έχω ειρηνικό νου μέχρι να το κάνω», ότι μια εμπειρία χωρίς συγκρούσεις καθιστούσε αναγκαία την εγκατάλειψη της κρίσης φάνηκε ότι ήταν ξεκάθαρα κατανοητή από όλους τους συνεντευξιαζόμενους. Επιπλέον, η ικανότητα των συνεντευξιαζόμενων για απόσυρση πεποιθήσεων, όπως είχαν μάθει από το πρόγραμμα, θεωρήθηκε ομόφωνα από τους συνεντευξιαζόμενους ως η κεντρική πτυχή για τη διευκόλυνση της βιωματικής αλλαγής και την παύση της κακής ψυχικής υγείας. Το αποτέλεσμα της οποίας, όπως εκφράστηκε από τους συνεντευξιαζόμενους, ήταν ένα αυξανόμενο αίσθημα αισιοδοξίας συνδεδεμένο με την εδραίωση εμπιστοσύνης. Συγκεκριμένα, η εμπιστοσύνη ότι το αποτέλεσμα οποιασδήποτε κατάστασης μπορεί να είναι μόνο θετικό, εκτός εάν αυτο-καθοριστεί ως αρνητικό γεγονός.
Περαιτέρω, η επανειλημμένη έμφαση του ACIM ότι όλες οι καταστάσεις είναι θετικές, εκτός αν τα γεγονότα αυτό-καθοριστούν ως αρνητικά, φάνηκε ότι άλλαζε σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζονταν τα γεγονότα της ζωής. Για παράδειγμα, ο Fred, εξηγώντας πώς η εργασία με το ACIM έχει αλλάξει την προσέγγισή του στη ζωή, είπε: «Ένα από τα πράγματα που έχω μάθει να κάνω είναι να βλέπω ένα πρόβλημα, και να το αντιμετωπίζω κατευθείαν... Και αυτό δεν σημαίνει ότι παλεύεις, σημαίνει ότι πας και το αποδομείς». Παρόμοια, η Steph, σχετικά με το πώς αντιλήφθηκε την εμφάνιση του άγχους μετά το ACIM, σχολίασε: «Δεν το βλέπεις ως ένα αρνητικό γεγονός ζωής. Το βλέπεις ως κάτι που σου δίνει ένα μήνυμα να κάνεις κάτι άλλο ή να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις τα πράγματα».
Η εστίαση του προγράμματος στην πλαισίωση των γεγονότων όπως συμβαίνουν, προς όφελος του ατόμου έδειξε περαιτέρω ότι διευκολύνει μια αυξημένη ικανότητα ευελιξίας σε πολλούς από τους συνεντευξιαζόμενους. Για παράδειγμα, ο Μαξ, που δεν χρειάζεται πλέον να αποτραβιέται, μετά το ACIM, σχολίασε: «Ένα από τα σημαντικά πράγματα που έχω μάθει είναι ότι υπάρχουν πολλοί διαφορετικοί τρόποι να προσεγγίσεις κάτι, και πολλοί διαφορετικοί τρόποι να το δεις... Αυτό σημαίνει ότι δεν κολλάς στο «αυτό είναι λάθος»».
Εκτός του ότι θεωρούσαν τους εαυτούς τους πιο ευέλικτους, αρκετοί από τους συνεντευξιαζόμενους είπαν ότι είχαν αυξημένη αυτοπεποίθηση για να αποφασίσουν εάν ήθελαν ή όχι να είναι ευέλικτοι. Για παράδειγμα, για το θέμα της ευελιξίας, η Roxy δήλωσε: «Είμαι ευέλικτη επειδή μπορώ να επιτρέψω στους άλλους να πιστεύουν αυτό που θέλουν να πιστέψουν. Δεν είμαι ευέλικτη επειδή δεν θα συμμεριστώ τις πεποιθήσεις των άλλων αν αυτό που πιστεύουν έρχεται σε αντίθεση με αυτό που γνωρίζω και αυτό που έχω βιώσει ως αλήθεια». Ομοίως, η Tessa δήλωσε ότι λόγω του ACIM, «Είμαι ευέλικτη στην ικανότητά μου να ακούω τους άλλους και να λαμβάνω υπόψη τις διάφορες απόψεις. Είμαι λιγότερο ευέλικτη στο να καταστρέφω την δική μου ακεραιότητα... Η ευελιξία μου δεν σημαίνει ότι θα πέσω στον κουβά τους μαζί τους».
Συναισθηματική Αλλαγή
Αυτή η ενότητα εξετάζει τις αλλαγές στις συναισθηματικές καταστάσεις του κάθε ερωτηθέντος, οι οποίες κατανοούνται ως ευχάριστα ή δυσάρεστα συναισθήματα που περιλαμβάνουν έναν συνδυασμό φυσιολογικής διέγερσης, υποκειμενικής εμπειρίας και συμπεριφορικής έκφρασης. Γενικά, όλοι οι ερωτηθέντες ανέφεραν ότι βίωσαν κάποιο βαθμό θετικής συναισθηματικής αλλαγής ως αποτέλεσμα της μαθητείας στο ACIM. Αυτό το αναφερόμενο όφελος ίσχυε ιδιαίτερα για τους ερωτηθέντες που ανέφεραν ότι είχαν βιώσει υψηλότερα επίπεδα άγχους, κατάθλιψης ή ψυχικής δυσφορίας πριν από τη μαθητεία στο ACIM. Μεγάλο μέρος της αναφερόμενης αλλαγής στην εμπειρία αφορούσε στην ικανότητα των ερωτηθέντων μετά το ACIM να είναι λιγότερο αντιδραστικοί, να έχουν λιγότερες εναλλαγές διάθεσης και να ανακτούν ταχύτερα την ψυχραιμία τους μετά από μια αναστάτωση. Σε συνδυασμό με την περιγραφή του εαυτού τους ως συνολικά λιγότερο συναισθηματικά αντιδραστικών, πολλοί από τους ερωτηθέντες ανέφεραν ότι ανέπτυξαν την ικανότητα να αισθάνονται συναισθήματα, να είναι πιο εκφραστικοί συναισθηματικά και πάνω από τους μισούς ερωτηθέντες ανέφεραν ότι έχουν αυξημένα επίπεδα ευαισθησίας μετά την μαθητεία τους στο πρόγραμμα. Αυτό περιελάμβανε μια τάση να συγκινούνται εύκολα μέχρι δακρύων, η οποία θεωρήθηκε προβληματική μόνο στην περίπτωση ενός ερωτηθέντος.
Για να επεκταθούμε περισσότερο, πολλοί από τους ερωτηθέντες ανέφεραν ότι η επίγνωσή τους για την εμπειρία πριν από το ACIM κυμαινόταν από κάποια δυσαρέσκεια κατά καιρούς, έως πολύ υψηλά επίπεδα συναισθηματικής δυσφορίας σε σχεδόν συνεχή βάση. Για παράδειγμα, όταν του ζητήθηκε να θυμηθεί την εμπειρία ζωής του πριν από το ACIM, ο Jack, ιδιοκτήτης εκείνη την εποχή ενός κολεγίου αυτοενδυνάμωσης βασισμένου στο έργο του Dale Carnegie, δήλωσε: «Ήμουν σε ένα χάος... τόσο καταθλιμμένος που δεν μπορούσα να σηκωθώ». Ενώ η Fiona, αναλογιζόμενη την εμπειρία ζωής της πριν από το ACIM, δήλωσε: «Απλώς συνήθιζα να αναστατώνομαι πολύ και άφηνα τα πράγματα να με ενοχλούν πολύ».
Η εμφάνιση ποσοστών έντονων διακυμάνσεων της διάθεσης πριν από το ACIM φάνηκε αντίστοιχα ως μια κοινή τάση για πολλούς από τους συνεντευξιαζόμενους. Για παράδειγμα, η Steph, θυμούμενη τη μάχη της με το άγχος πριν από το ACIM, δήλωσε: «Συνήθιζα να έχω πάνω-κάτω, ξέρετε, σαν βουνό ή τρενάκι του λούνα παρκ. Ήταν πάντα πάνω-κάτω, σκαμπανεβάσματα. Αλλά τώρα νιώθω πολύ σταθερή». Ομοίως, η Tessa, η οποία φέρεται να ήταν «εξαιρετικά νευρωτική» πριν από το ACIM, σχολίασε ότι τώρα «έχω λιγότερα πολύ υψηλά, υψηλά και πολύ χαμηλά, χαμηλά επίπεδα. Έτσι, είμαι πιο ισορροπημένη, ενώ πριν πάλευα για τα υψηλά και βυθιζόμουν στα χαμηλά».
Επιπλέον, ενώ πολλοί από τους συνεντευξιαζόμενους ανέφεραν ότι ένιωθαν ότι τους κατέκλυζαν ή με κάποιο τρόπο τους καθήλωναν τα συναισθήματά τους πριν από το ACIM, αρκετοί άλλοι συνεντευξιαζόμενοι ανέφεραν σχεδόν απουσία συναισθημάτων πριν από το ACIM. Για παράδειγμα, ο Ben, ένας θαυμαστής του Anthony Robbins πριν από το ACIM, δήλωσε: «Από την εμπειρία μου δεν ήμουν καθόλου συναισθηματικός άνθρωπος πριν κάνω το ACIM - κι όμως ήμουν, απλώς το αρνιόμουν». Ομοίως, η Eva, σχετικά με την έλλειψη συναισθημάτων πριν από το ACIM, δήλωσε: «Όχι, δεν μπορούσα να πάω εκεί, δεν νομίζω, δεν μπορούσα να το κατανοήσω».
Η αναφερόμενη έλλειψη επίγνωσης συναισθήματος πριν από το ACIM θα μπορούσε επίσης να εξηγήσει τους ερωτηθέντες που ανέφεραν ότι η μαθητεία στο ACIM πυροδότησε αρχικά μια έντονη συναισθηματική αντίδραση. Για παράδειγμα, η Jess, έχοντας συνειδητά καταπιέσει τα συναισθήματά της μετά την παιδική ηλικία, δήλωσε: «από τότε που μπήκα στο ACIM, είμαι απλώς ένα πλήρες συναισθηματικό ράκος... Νομίζω ότι τα πρώτα πέντε χρόνια έκλαιγα κάθε μέρα, και σκεφτόμουν απλώς ότι αυτό δεν θα σταματούσε ποτέ». Η Jess εξήγησε περαιτέρω ότι λόγω της έμφασης του προγράμματος στην αυτογνωσία, «δεν γίνεται να μουδιάσεις πια, πρέπει να αναδυθεί το συναίσθημα και να βγει. Σαν να βρίσκεσαι σε ένα μονοπάτι συναισθημάτων και πρέπει να αναδύεται το συναίσθημα και να θεραπεύεται».
Μετά το ACIM, τόσο για όσους δεν επέτρεπαν στον εαυτό τους να νιώθουν πριν από το ACIM, όσο και για εκείνους που κατακλύζονταν από τα συναισθήματά τους πριν από το ACIM, σύμφωνα με την οπτική του ACIM για το συναίσθημα, αναφέρθηκε κάποια συνοχή. Συγκεκριμένα, η κατανόηση του ότι «είναι πάντα μια ερμηνεία που πυροδοτεί αρνητικά συναισθήματα, ανεξάρτητα από τη φαινομενική τους δικαιολόγηση από αυτά που εμφανίζονται ως γεγονότα» (A Course in Miracles 2007c, σελ. 44). Σε αυτό το θέμα, η Flo, κατακλυσμένη από τα συναισθήματά της πριν από το ACIM, εξήγησε: «Ξέρω τώρα ότι αυτό είναι μια αντίδραση και όχι κάτι από μόνο του. Επειδή, ξέρετε, τα συναισθήματά μας είναι τόσο δυνατά, μοιάζουν πραγματικά, και μου πήρε χρόνο για να καταλάβω ότι δεν ήταν πραγματικά». Διευκρινίζοντας, η Flo πρόσθεσε: «Δεν ξέρω αν είμαι λιγότερο συναισθηματική, αλλά δεν με κατακυριεύουν όπως παλιά. Έχω αφήσει πίσω μου την ιδέα ότι όλα πρέπει να αλλάξουν εκτός από την επιλογή που μπορώ να κάνω». Πιο συγκεκριμένα, όπως ξεκαθάρισε ο Kirk: «είναι η σημασία της ψυχικής μου κατάστασης και όχι των γεγονότων [συμπεριλαμβανομένων των συναισθημάτων] που εκτυλίσσονται. Είναι το να θέσω την ψυχική μου κατάσταση ως κορυφαία προτεραιότητα και μετά να αφήσω τα γεγονότα [συμπεριλαμβανομένων των συναισθημάτων] να είναι αυτό που τα γεγονότα [συμπεριλαμβανομένων των συναισθημάτων] είναι».
Με αυτόν τον τρόπο, σύμφωνα με τον στόχο του προγράμματος για την αποδόμηση σχημάτων, οι συναισθηματικές αντιδράσεις αναγνωρίζονται ως γεγονότα που συμβαίνουν έξω και ανεξάρτητα από τον εαυτό. Τότε, η εμφάνιση του συναισθήματος δεν πυροδοτεί πλέον μια αντίδραση μάχης-φυγής, όπως δείχνουν οι αφηγήσεις των συνεντευξιαζόμενων μετά-το-ACIM. Αντίθετα, φαίνεται να προκύπτει μια στάση ανοιχτοσύνης, μη-προσκόλλησης και συγχώρεσης. Σε αυτό το θέμα, η Τέσα, έχοντας θεραπεύσει τον νευρωτισμό της μέσω του ACIM, σχολίασε: «Έτσι, αντί να προσπαθώ να διώξω τα συναισθήματα που δεν μου αρέσουν και είναι παρόντα, είναι πολύ πιο πιθανό να τα νιώσω και να είμαι μαζί τους, και απλώς να νιώσω τα χάλια που νιώθω, και αυτό να περάσει». Ομοίως, ο Άλαν, αντλώντας έμπνευση από το ACIM κατά τη διάρκεια και μετά τον πρόσφατο θάνατο της συζύγου του, δήλωσε: «Νιώθω πολύ λιγότερο μπλοκαρισμένος και πολύ περισσότερο ειρηνικός τώρα. Έτσι, νιώθω κατά κάποιο τρόπο πολύ πιο άνετα που είμαι συναισθηματικός».
Η απουσία, μετά-το-ACIM, αυτού που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε αντίδραση μάχης-φυγής στο συναίσθημα, δεν ήταν ομόφωνα ευπρόσδεκτη, ωστόσο. Συγκεκριμένα, μία ερωτηθείσα ανέφερε μια δυσφορία γύρω από την ανάπτυξη της ηρεμίας ως ανταπόκριση σε συναισθηματικά γεγονότα. Δηλαδή, έχοντας υποφέρει από άγχος συνεξάρτησης πριν από την μαθητεία της στο ACIM και έχοντας εργαστεί σκληρά για να υιοθετήσει μια στάση μη-προσκόλλησης μέσω του προγράμματος, η Cindy ανέφερε ευγνωμοσύνη για την γαλήνη που βίωνε τώρα απέναντι σε αυτό που προηγουμένως θα είχε προκαλέσει μια συναισθηματική αντίδραση. Ωστόσο, η μη-προσκόλληση ως εμπειρία της φάνηκε επίσης κάπως δυσαρμονική σε σχέση με το πώς ένιωθε η Cindy ότι έπρεπε να αισθάνεται. Δηλαδή, ενώ η Cindy είχε κατανοήσει τη δυσφορία ως προκαλούμενη από την προσκόλληση, η εγκατάλειψη αυτής της προσκόλλησης, αν και έφερνε γαλήνη, σε ορισμένες περιπτώσεις την έκανε να νιώθει άβολα. Ως προς αυτό, η Cindy δήλωσε: «Νιώθω σαν, Θεέ μου, τώρα είμαι ένα ψυχρό άτομο επειδή δεν ανεβοκατεβαίνω και δεν ανησυχώ καθόλου».
Εκτός από την επιφύλαξη της Cindy μετά-το-ACIM, τα δεδομένα έδειξαν ότι το ACIM μπορεί να χρησιμοποιηθεί από ορισμένους μαθητές ως μηχανισμός καταστολής και άρνησης των συναισθημάτων. Ωστόσο, ορισμένοι ερωτηθέντες εξέφρασαν την επίγνωση τέτοιων τάσεων ως προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι μαθητές του ACIM, και τα δεδομένα δείχνουν ότι αυτό το ζήτημα μπορεί να διορθωθεί με την εξοικείωση και την επανάληψη του προγράμματος. Σε συμφωνία με αυτό το εύρημα, κατά το διάστημα των συνεντεύξεων, δεκαέξι ερωτηθέντες ήταν στη διαδικασία να ξανακάνουν Βιβλίο Εργασίας Μαθητών. Ο Ben, μαθητής επί εννέα χρόνια του ACIM, σχολίασε: «Τη δεύτερη φορά που κάνω το βιβλίο εργασίας του Μαθήματος είναι εντελώς διαφορετικά. Σαν να έχει ένα εντελώς διαφορετικό επίπεδο βάθους και η αλήθεια είναι πολύ πιο ξεκάθαρη». Ομοίως, ο Brad, που έκανε το βιβλίο εργασίας για τρίτη φορά, σχολίασε: «Διαπιστώνω ότι κάθε φορά πάω σε ένα βαθύτερο επίπεδο... Καθώς το κάνω τώρα για τρίτη φορά, όλα με μιλούν σε ένα πολύ βαθύτερο επίπεδο».
Κοινωνική Αλλαγή
Σε αυτό το άρθρο, ο όρος «κοινωνικός» αναφέρεται στην αλληλεπίδραση που έχουν οι άνθρωποι μεταξύ τους, είτε ως άτομα είτε σε ομάδες (Kent 2006). Όταν ρωτήθηκαν «έχει επηρεάσει η μαθητεία στο ACIM τον τρόπο που αλληλεπιδράτε με τους ανθρώπους», όλοι οι ερωτηθέντες ανέφεραν ότι βίωσαν βελτιωμένες κοινωνικές αλληλεπιδράσεις ως αποτέλεσμα της εργασίας τους με το ACIM. Η βελτίωση στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις περιελάμβανε: αίσθημα μεγαλύτερης ενσυναίσθησης προς τους άλλους, λιγότερες προσδοκίες από τους άλλους και μεγαλύτερη ικανότητα αλληλεπίδρασης με άλλους, συμπεριλαμβανομένων συναδέλφων εργασίας, φίλων, οικογένειας και άλλων τυχαίων συναντήσεων. Όταν ρωτήθηκαν για τις απόψεις των άλλων για την μαθητεία τους στο ACIM, ανέφεραν την εχθρότητα των συνομηλίκων προς το ACIM ως θεωρία, τον αποκλεισμό λόγω της σχέσης τους με το ACIM και την ταμπέλα «τρελός», «κούκου» και «φρούτο» ότι ήταν μεταξύ των μεγαλύτερων δυσκολιών. Όμως, όταν ρωτήθηκαν «ποιος τομέας της ζωής σου άλλαξε περισσότερο από τότε που γνώρισες το ACIM», μεγάλο μέρος του δείγματος δήλωσε ότι η σχέση τους με τους άλλους ήταν αυτή που είχε σημειώσει τις πιο θετικές και σημαντικές αλλαγές.
Για να επεκταθούμε περισσότερο, αρκετοί από τους συνεντευξιαζόμενους μίλησαν για την κοινωνική δυσλειτουργία τους πριν από την εργασία τους με το ACIM. Ο Kirk, για παράδειγμα, δήλωσε ότι ήταν «πραγματικά κοινωνικά φοβικός - εξαιρετικά κοινωνικά φοβικός... ήταν το κόλλημα της δικής μου βελόνας, σαν να είσαι σε ένα πλυντήριο ρούχων... ξέρετε, «Έχω αυτό το πρόβλημα και φταίει κάποιος άλλος», «Έχω αυτό το πρόβλημα και φταίει κάποιος άλλος». Ο Max είπε επίσης ότι πριν από το ACIM, ήταν «κάπως μοναχικός... Δεν ήξερα αλήθεια πολύ καλά πώς να μιλάω στους ανθρώπους και συχνά αντιδρούσα πολύ... Θυμάμαι να περπατάω με το κεφάλι μου να κοιτάει το έδαφος όλη την ώρα».
Τόσο ο Kirk όσο και ο Max, όπως πολλοί από τους συνεντευξιαζόμενους, προσδιόρισαν παρόμοια το επίπεδο κοινωνικής αλληλεπίδρασης και σύνδεσης με τους άλλους ως έναν από τους μεγαλύτερους τομείς αλλαγής ως αποτέλεσμα του ACIM. Επιπλέον, όπως και ο Max και ο Kirk, σε αντίθεση με μια ανάγκη να αποτραβηχτούν ή να απομονωθούν από την κοινωνική αλληλεπίδραση, πολλοί από τους συνεντευξιαζόμενους μετά το ACIM έγιναν ενεργά μέλη της κοινότητας, προσφέροντας προγράμματα ομαδικής εκπαίδευσης, μιλώντας δημόσια, κάνοντας εθελοντισμό και συχνά αλλάζοντας καριέρα για να εργαστούν στη δημόσια σφαίρα. Η Donna για παράδειγμα, αναλογιζόμενη το πώς είχε αλλάξει η ζωή της μετά το ACIM, είπε: «Πριν από το Μάθημα κρυβόμουν, ήμουν απομονωμένη, ήμουν σε κατάθλιψη και απομονωνόμουν. Δεν είχα αυτοπεποίθηση. Τώρα είμαι πλήρως στη ζωή, διευθύνω ομάδες, ασχολούμαι πλήρως με τα παιδιά μου, την οικογένειά μου... Μόλις πρόσφατα παντρεύτηκα». Παρόμοια, για την εμπειρία της μετά το ACIM, η Εύα είπε: «αν είναι να πάρω το τραμ για πάω στη δουλειά, αντί να λέω «ωχ, πρέπει να βιαστώ... να φτάσω στη δουλειά σε μια συγκεκριμένη ώρα»... τώρα το θέμα είναι ποιον θα δω στο τραμ, αν θα πιάσω συζήτηση με κάποιον... και είναι καλό, είναι πραγματικά καλό».
Πολλοί από τους συνεντευξιαζόμενους ανέφεραν επίσης ότι ένα μεγάλο μέρος της ικανότητάς τους να είναι πλέον κοινωνικοί βασιζόταν στην αντίληψη του ACIM για την «αγάπη». Συγκεκριμένα, όπως διατυπώνει η Flo, η ιδέα ότι η αγάπη «δεν είναι αυτό το απαλό γλυκό μικρό ποντικάκι... μερικές φορές η αγάπη λέει σε κάποιον «όχι, αυτό δεν είναι σωστό». Για το θέμα της αγάπης, η Flo εξήγησε περαιτέρω ότι «δεν το κάνεις με τρόπο που να νιώσει ότι είναι λάθος... απλώς επισημαίνεις ότι κάτι χρειάζεται να γίνει εδώ». Ο Dave, έχοντας θεραπεύσει τον εθισμό του στα ναρκωτικά μέσω του ACIM, προσθέτει επίσης: «απλώς απελευθερώνει και τους δύο... γιατί είναι κάτι σπάνιο σε αυτόν τον κόσμο, έτσι δεν είναι; - να είσαι ειλικρινής για το πώς νιώθεις και απλώς να αφήνεις τα πράγματα να πάνε όπου θέλουν». Το αποτέλεσμα, όπως εξήγησε η Steph, είναι ότι: «Είμαι πιο αυθεντική. Δεν αγχώνομαι για το τι θα σκεφτούν οι άλλοι για μένα... οπότε το άγχος έχει εξανεμιστεί», κάτι που για εκείνη σήμαινε τα πάντα.
Η υιοθέτηση της έμφασης του προγράμματος στην εγκατάλειψη των πεποιθήσεων, το να μην χρειάζεται πλέον να ευχαριστείς τους άλλους, αναφέρθηκε επίσης συγκεκριμένα από πολλούς από τους συνεντευξιαζόμενους ως ένας από τους μεγαλύτερους μετασχηματισμούς που προέκυψαν από την εργασία τους με το ACIM. Σε αυτό το θέμα, η Cindy, έχοντας θεραπεύσει την συνεξάρτησή της μέσω του ACIM, σχολιάζει: «Δεν χρειάζεται πλέον να αποδεικνύω τον εαυτό μου... ενώ πριν αυτό ήταν μία συνεχής κατάσταση, ξέρετε, συνεχώς να πρέπει να αποδεικνύω ότι είμαι αρκετά καλή. Και αυτό απλώς εξαφανίστηκε. Έχει περάσει από το να είναι συνεχές στο να έχει εξαφανιστεί». Παρόμοια, η Tessa, σχετικά με το θέμα της ικανοποίησης των ανθρώπων, σχολιάζει επίσης: «Δεν έχω ανάγκη οι άνθρωποι να συμφωνούν μαζί μου όπως είχα ανάγκη παλιά, επειδή νιώθω στέρεα με αυτό που είμαι. Περισσότερο στοργική, λιγότερο ευχάριστη. Και έχω παρατηρήσει ότι δεν ευχαριστώ πάντα τους άλλους».
Εντούτοις, τέσσερις από τους συνεντευξιαζόμενους είχαν καταλήξει να θεωρούν ορισμένες πτυχές της κοινωνικής αλληλεπίδρασης σαν πιο δύσκολες ως αποτέλεσμα της εργασίας τους με το ACIM. Η Μπέτι, για παράδειγμα, έχοντας αντιμετωπίσει τραύματα παιδικής ηλικίας μέσω του ACIM, ένιωσε ότι το ACIM είχε με κάποιους τρόπους κάνει την κοινωνικοποίηση «δυσκολότερη, επειδή οι περισσότεροι άνθρωποι δεν ενδιαφέρονται για την πνευματικότητα και τα σχετικά», και αναφερόταν συγκεκριμένα στη μη δυϊστική θεώρηση της πραγματικότητας του ACIM. Ομοίως, η Σου, αν και δήλωσε ότι είναι πιο κοινωνικά ενεργή λόγω της εργασίας της με το πρόγραμμα, είπε επίσης: «Δεν μιλώ γι’ αυτό, όπως ξέρετε δεν είναι κάτι για το οποίο θα μιλούσα σε πολλούς ανθρώπους». Ένα συναίσθημα που αναφέρθηκε και από τη Στεφ, η οποία, όταν ρωτήθηκε για την εμπειρία της, δήλωσε: «Δεν υπάρχουν πολλοί άνθρωποι με τους οποίους να μπορώ να μιλήσω για το ACIM, επειδή ξέρετε, αν έλεγα στους ανθρώπους "ω, ο κόσμος είναι μια ψευδαίσθηση", θα με θεωρούσαν τρελή».
Πρόσθετα, όταν πολλοί από τους συνεντευξιαζόμενους προσπάθησαν να μιλήσουν για τις πεποιθήσεις και τις εμπειρίες τους μετά το ACIM σε άλλους, τα δεδομένα έδειξαν ότι η κοινωνική απόρριψη ήταν δυστυχώς συχνή. Ένα τέτοιο παράδειγμα δόθηκε από τη Roxy, η οποία, εργαζόταν ως μηχανικός σε ένα κλωστοϋφαντουργείο, και εξήγησε ότι μια συζήτηση στον χώρο εργασίας προέκυψε σε σχέση με τον θάνατο, «και μιλούσαν για το πόσο φρικτό ήταν, και εγώ είπα ότι ο θάνατος της μητέρας μου ήταν πραγματικά όμορφος. Ήταν μια από τις πιο όμορφες εμπειρίες που είχα σε αυτή τη ζωή». Η αντίδραση σ’ αυτό, όπως εξήγησε η Roxy, ήταν «όλοι σταμάτησαν να μιλάνε [γέλια], και υπήρχε αυτό το πραγματικό συναίσθημα αμηχανίας στο δωμάτιο». Για το θέμα της κοινωνικής απόρριψης, ο Ben, ένας επιχειρηματίας, θυμήθηκε μια εμπειρία που αφορούσε υποψήφιους πελάτες όπου, μιλώντας για τη μη-δυαδικότητα, ένιωσε ότι η ομάδα στην οποία απευθυνόταν έπαιρνε συλλογικά μια βαθιά ανάσα και αποτραβιόταν λίγο πίσω.
Και πέρα από την κοινωνική απόρριψη, η παρούσα μελέτη έδειξε ότι η πλειοψηφία των ερωτηθέντων είχε κατά καιρούς υποστεί περιφρόνηση ή/και κριτική λόγω της εργασίας τους με το ACIM, ακόμη και από μέλη της οικογένειάς τους. Η Μπρι, για παράδειγμα, η οποία, ως life coach, διευθύνει εργαστήρια ACIM εδώ και μερικά χρόνια, σχολίασε: «Ο πατέρας μου ακόμα δεν θέλει ούτε καν να το διαβάσω αυτό, ξέρετε, το Μάθημα στα Θαύματα. Ακόμα πιστεύει ότι είναι αίρεση. Δεν μιλούσε καν στον θείο μου τα πρώτα χρόνια επειδή ήξερε ότι ήταν μαθητής του ACIM». Η Χόλι, επίσης μαθήτρια του ACIM εδώ και πολλά χρόνια, και παρόλο που τώρα είναι πιο κοντά στην οικογένειά της, είχε μια παρόμοια εμπειρία, λέγοντας ότι «στην αρχή η οικογένειά μου με αποκήρυξε». Όμως, σύμφωνα με την έμφαση που δίνει το πρόγραμμα στην ευθύνη για τον εαυτό, η Χόλι διευκρίνισε επίσης ότι ένα μεγάλο μέρος της αποκήρυξης της οικογένειάς της οφειλόταν στο ότι αρχικά χρησιμοποίησε το ACIM ως μέσο ανωτερότητας. Αυτό εκφράστηκε ομοίως και από άλλους στο δείγμα, όπως η Σάλι, η οποία, όταν της ζητήθηκε να σκεφτεί τις κοινωνικές της σχέσεις μετά το ACIM, δήλωσε: «ποιοι φίλοι; [Γέλια] Είμαι μαθήτρια του Μαθήματος, διευκρινίζοντας περαιτέρω ότι «πολλοί άνθρωποι με αποφεύγουν επειδή τους έκανα να νιώθουν άβολα».
Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι, όσον αφορά τη μη-δυϊστική προσέγγιση, ορισμένοι από τους ερωτηθέντες παρατήρησαν την έλλειψη κοινών σημείων με εκείνους που συνέχιζαν να διατηρούν δυϊστικά ιδανικά. Για παράδειγμα, η Tash, έχοντας χρησιμοποιήσει το ACIM για τη θεραπεία του εθισμού, είπε: «Νιώθω πιο μόνη τώρα επειδή δυσκολεύομαι να βρω άτομα που έχουν παρόμοιο τρόπο σκέψης». Η Tash εξήγησε περαιτέρω ότι, ειδικά σε σχέση με τους συναδέλφους της στην δουλειά, μετά το ACIM, ήταν λιγότερο διατεθειμένη να «μιλάει για ψεύτικα μαυρίσματα, για ποτά και για όλες τις ανοησίες που κάνουν». Ομοίως, η Roxy, σχετικά με την έλλειψη κοινών σημείων με τους συναδέλφους της μετά το ACIM, δήλωσε: «Δεν μπορώ να είμαι άτομο του τύπου «πώς είναι ο καιρός», να κάνω επιφανειακές συζητήσεις, να μιλάω για το πόσο μεγάλο είναι το αυτοκίνητό μου ή τι σπίτι έχω ή για τον καταπληκτικό σύντροφό μου ή... Όλα αυτά φαίνονται απλώς ψεύτικα ή ανοησίες».
Ωστόσο, παρά την κριτική ή/και την απόρριψη λόγω της εργασίας με το ACIM, συμπεριλαμβανομένης της έλλειψης κοινών σημείων με μη-μαθητές του ACIM, οι περισσότεροι από τους ερωτηθέντες εξακολουθούσαν να θεωρούν τη σύνδεσή τους και τη σχέση τους με τους άλλους ως τον τομέα της πιο θετικής αλλαγής μετά την μαθητεία στο ACIM. Για παράδειγμα, ο Μπραντ, ο οποίος νοσηλεύτηκε δύο φορές με ψύχωση που προκλήθηκε από ναρκωτικά πριν από το ACIM, σχολίασε: «Τώρα δεν νιώθω τόσο αποξενωμένος από την ανθρωπότητα». Ο Μπραντ εξήγησε περαιτέρω ότι πριν από το ACIM, «νομίζω ότι ένιωθα πολύ αποξενωμένος, ένιωθα αποξενωμένος από όλους... γι' αυτό προσπαθούμε να αναισθητοποιηθούμε, ξέρετε, είτε μέσω των ναρκωτικών, του αλκοόλ ή οτιδήποτε άλλο». Ωστόσο, μετά το ACIM, ο Μπραντ αναλογίστηκε: «τώρα αυτή η αίσθηση αποσύνδεσης έχει σε μεγάλο βαθμό εξαφανιστεί, σε σημείο που νιώθω πάρα πολύ συνδεδεμένος με τους ανθρώπους», μια εμπειρία την οποία είχε η πλειοψηφία των ερωτηθέντων.
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με την εστίαση του προγράμματος στην υιοθέτηση μίας οντολογικής κατεύθυνσης μη-δυϊσμού, η κυρίαρχη επίδραση της εργασίας με το ACIM στις κοινωνικές αλληλεπιδράσεις των συνεντευξιαζόμενων, θεωρήθηκε ως κοινωνική αδελφοσύνη. Για παράδειγμα, η Steph, σχετικά με το πώς άλλαξαν οι κοινωνικές της αλληλεπιδράσεις, εξήγησε: «είναι πιθανώς πολύ λιγότερες σκέψεις για το τι θέλω και [περισσότερες] για το πώς μπορούμε να δημιουργήσουμε μια καλή κατάσταση από αυτό; Ξέρετε, να αποσύρω την εστίασή μου από εμένα και να σκεφτώ ότι το άλλο άτομο είναι αδερφός μου». Ομοίως, η Dafne, περιγράφοντας τον εαυτό της ως πολύ επικριτικό προς τους άλλους ανθρώπους πριν από το ACIM, σχολίασε: «Εννοώ, ακόμη και με αγνώστους, νομίζω ότι νιώθω λίγο πιο ανοιχτή και πιο στοργική και φιλική απέναντί τους, πιο ανοιχτόκαρδη προς αυτούς». Όπως επανέλαβε η Kathy, όσον αφορά στην κοινωνική της αλληλεπίδραση μετά το ACIM: «Είμαι πολύ πιο ευγενική, και θέλω πραγματικά το καλύτερο για τους ανθρώπους. Και ίσως ήθελα περισσότερο καλό και για τον εαυτό μου στο παρελθόν». Ενώ η πλειοψηφία των ερωτηθέντων ανέφερε ότι τα επίπεδα κοινωνικής διάδρασής τους είχαν αυξηθεί μέσω του ACIM, σε ορισμένες περιπτώσεις πολύ σημαντικά, αρκετοί από τους ερωτηθέντες ανέφεραν επίσης μία μείωση στην ανάγκη τους για κοινωνικότητα. Για παράδειγμα, ο Fred, έχοντας θεραπευτεί από τη χρόνια κατάθλιψη μέσω του ACIM, δήλωσε: «Στο εργασιακό περιβάλλον, [υπάρχουν]] πολλοί καλοί φίλοι, αλλά ως προς το κοινωνικό περιβάλλον, είμαι πραγματικά χαρούμενος που σχεδόν περνάω τον χρόνο μου μόνος μου σε περισυλλογή. Απολαμβάνω πραγματικά την ιδιωτικότητα». Ομοίως, ο Kirk, εξηγώντας την έλλειψη ορμής του για την επιδίωξη κοινωνικής αλληλεπίδρασης, δήλωσε: «η αναζήτηση κοινωνικής επαφής ήταν πάντα ένας τρόπος αντίδρασης στον φόβο, και επειδή ο φόβος δεν υπάρχει πλέον, απλώς δεν έχω το ίδιο βαθμό ορμής».
Συζήτηση
Παρόλο που οι ερωτηθέντες σε αυτήν τη μελέτη διέφεραν ως προς την ηλικία, το κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, τις τοποθεσίες και τις πεποιθήσεις, πολλοί ανέφεραν αρκετά παρόμοιες εμπειρίες ως αποτέλεσμα της εργασίας τους με το ACIM. Μετά από θεματική ανάλυση, προσδιορίστηκαν και αναφέρθηκαν τρεις βασικοί τομείς θετικής αλλαγής. Ένα βασικό εύρημα ήταν οι αλλαγές νοοτροπίας, όπως η ανάληψη ευθύνης για την εμπειρία, η εγκατάλειψη της ανάγκης για έλεγχο, η προθυμία και η ικανότητα απόσυρσης πεποιθήσεων, η αίσθηση αισιοδοξίας, μια βεβαιότητα ότι όλες οι καταστάσεις είναι ωφέλιμες, η εμπιστοσύνη, η ικανότητα να αντιλαμβάνονται τους «άλλους» με ενσυναίσθηση, η ευελιξία και η ελευθερία να αποφασίζουν εάν θέλουν να είναι ευέλικτοι.
Το συναίσθημα ως ξεχωριστό από τον εαυτό φάνηκε επίσης να είναι ένα άλλο βασικό αποτέλεσμα. Οι αλλαγές που αφορούν τη συναισθηματική εμπειρία περιλάμβαναν μια αναφερθείσα αύξηση στη συναισθηματική ανταπόκριση, μια αύξηση στη συναισθηματική έκφραση, μεγαλύτερη ανθεκτικότητα απέναντι σε συναισθηματικές αναταραχές, μεγαλύτερη συναισθηματική ευελιξία, μείωση της ανησυχίας για γεγονότα της ζωής, λιγότερη συναισθηματική προσκόλληση, λιγότερο φόβο συναισθημάτων, λιγότερες διακυμάνσεις της διάθεσης, λιγότερη κατάθλιψη, λιγότερο άγχος και κάποια ένδειξη διστακτικότητας προς την ανάπτυξη γαλήνης.
Η κοινωνική αλλαγή ήταν ο τρίτος βασικός τομέας που επηρεάστηκε από την εργασία με το ACIM. Σχετιζόμενη με την αλλαγή στάσης και την αυτοενδυνάμωση, η κοινωνική αλλαγή περιλάμβανε μια μεγαλύτερη τάση για αυτοέκφραση και ελευθερία επιλογής. Για τους ερωτηθέντες, τέτοιες αλλαγές εκδηλώθηκαν με ποικίλες μορφές. Για παράδειγμα, ορισμένοι ερωτηθέντες ένιωθαν «αδελφότεροι» με τους άλλους ανθρώπους, άλλοι ένιωθαν ψυχολογικά αρκετά σταθεροί ώστε να μείνουν σε μοναχικότητα. κάποιοι ξεπέρασαν την κοινωνική φοβία, και κάποιοι ένιωσαν ενδυναμωμένοι ώστε να παραμερίζουν τις γνώμες των άλλων. Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι αρκετοί ερωτηθέντες βίωσαν περιπτώσεις κοινωνικής απόρριψης, κριτικής ή μειωμένης αίσθησης κοινωνικής ομοιότητας λόγω της εργασίας τους με το ACIM, η συμμετοχή τους στο πρόγραμμα δημιούργησε: μειωμένη ανάγκη να ευχαριστούν τους ανθρώπους, λιγότερη ανάγκη για κοινωνική αλληλεπίδραση, λιγότερο φόβο για κοινωνική αλληλεπίδραση, αυξημένη ικανότητα κοινωνικοποίησης και αυξημένη αίσθηση κοινωνικής σύνδεσης, ακόμη και αν επέλεγαν να μην κοινωνικοποιηθούν. Αυτές οι αναφερόμενες θετικές επιδράσεις σε σχέση με την νοοτροπία, το συναίσθημα και την κοινωνική αλληλεπίδραση είναι συνεπείς με την εστίαση του ACIM στην εγκατάλειψη των πεποιθήσεων και τον στόχο του προγράμματος να επιφέρει αλλαγή μέσω μιας στάσης μη δυϊσμού.
Αυτή η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι το ACIM χρησιμοποιήθηκε από ορισμένους από τους ερωτηθέντες, με κάποια επιτυχία, στην αυτοθεραπεία της κατάθλιψης, του άγχους, των φοβιών, της διαταραχής μετατραυματικού στρες, της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής και, σε μία περίπτωση, μιας διαταραχής επεισοδιακής προσαρμογής. Συνεπώς, αυτή η μελέτη προσθέτει υποστήριξη στο εύρημα του Boorstein (2000) ότι, ως πρόγραμμα εκπαίδευσης του νου που στοχεύει στη διόρθωση της εσφαλμένης αντίληψης, το ACIM μπορεί να ωφελήσει άτομα που βιώνουν υψηλά επίπεδα ψυχικής δυσφορίας.
Καθώς η μεγάλη πλειοψηφία των συμμετεχόντων σε αυτή την μελέτη ένιωθε ότι η στάση τους και η σχέση τους με αυτούς που είχαν επηρεαστεί θετικά ως αποτέλεσμα της μαθητείας τους στο ACIM, αυτή η μελέτη υποστηρίζει επίσης το εύρημα του Boorstein (2000) ότι η μαθητεία στο ACIM προάγει μια νοοτροπία συμπερίληψης. Ομοίως, το εύρημα της Alexander (2012) ότι τόσο η ίδια όσο και ο συμμετέχων της βίωσαν μεγαλύτερη αίσθηση γαλήνης και ικανοποίησης από τη ζωή μετά τη μαθητεία τους στο ACIM διαπιστώνεται ομοίως στην παρούσα μελέτη. Επιπλέον, όπως και η Alexander, αυτή η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι με την απαλλαγή από την ανάγκη για έλεγχο, μία μεγαλύτερη τάση για ευελιξία και προσαρμοστικότητα της νοοτροπίας επιτεύχθηκε.
Ωστόσο, η παρούσα μελέτη περιέχει ορισμένους περιορισμούς που εμποδίζουν την οριστική διατύπωση του κατά πόσον το ACIM θα μπορούσε να προσφερθεί ως πρόγραμμα θεραπείας για άτομα με κακή ψυχική υγεία και κατά πόσον η παρακολούθηση του ACIM ως προγράμματος θα οδηγούσε πάντα σε θετική αλλαγή νοοτροπίας, και σε συναισθηματική και κοινωνική αλλαγή. Συνιστάται η ποσοτική ανάλυση των επιδράσεων της μαθητείας στο ACIM ως πορείας περαιτέρω έρευνας. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ένα ερωτηματολόγιο που να περιλαμβάνει μια σειρά ψυχομετρικών μετρήσεων. Όμως, εάν δεν ποσοτικοποιηθούν τα επίπεδα κακής ψυχικής υγείας που βίωσαν οι μαθητές του ACIM πριν από την μαθητεία τους στο ACIM, μία τέτοια έρευνα δεν θα παρείχε σαφή σύγκριση του πριν και του μετά το ACIM, και αξιολόγηση της επίδρασης που έχει η μαθητεία στο ACIM επί της ψυχικής υγείας. Ακόμα, η επίτευξη μιας σαφούς σύγκρισης πριν και μετά το ACIM θα απαιτούσε σημαντική επένδυση χρόνου λόγω της διάρκειας του ACIM και των περιπλοκών που διαπιστώθηκαν σχετικά με το πρόγραμμα.
Το γεγονός ότι αυτή είναι μία ποιοτική μελέτη που αφορά έναν σχετικά μικρό αριθμό ενηλίκων αποτελεί έναν περαιτέρω περιορισμό. Συγκεκριμένα, το δείγμα αυτής της μελέτης αποτελούνταν μόνο από μαθητές του ACIM ηλικίας μεταξύ 41 και 73 ετών και περιείχε μόνο μαθητές του ACIM που σχετίζονταν με κάποιο τρόπο με ομάδες ACIM Meetup. Λαμβάνοντας υπόψη ότι πάνω από τρία εκατομμύρια αντίτυπα του ACIM κυκλοφορούν, πρέπει να υπάρχει ένας πολύ μεγαλύτερος αριθμός μαθητών του ACIM. Ένας τέτοιος αριθμός μαθητών του ACIM θα μπορούσε λογικα να περιλαμβάνει ορισμένους που μελετούν το ACIM ατομικά, που δεν έχουν συμμετάσχει ποτέ σε ομάδα ACIM ή δεν έχουν σχετιστεί με άλλους μαθητές του ACIM. Ομοίως, πρέπει να περιλαμβάνει κάποιους που διέκοψαν την μαθητεία τους στο ACIM και δεν ολοκλήρωσαν ποτέ το πρόγραμμα. Πιθανώς, αυτό θα έχει συμβεί επειδή δεν βρήκαν το πρόγραμμα βοηθητικο ή το βρήκαν πολύ δύσκολο ή απαιτητικό να συνεχίσουν. Δυστυχώς, η παρούσα μελέτη δεν παρέχει καμία αναφορά σε αυτούς, αν θεωρήσουμε ότι υπάρχουν.
Επιπρόσθετα, από τα δεδομένα που συλλέχθηκαν, είναι εξίσου δύσκολο να συμπεράνουμε ότι η αλλαγή στην εμπειρία των ερωτηθέντων δεν ήταν αποτέλεσμα απλής επιμονής σε ένα πρόγραμμα ή ότι τα αναφερόμενα οφέλη της μαθητείας στο ACIM δεν θα είχαν επιτευχθεί από τους ερωτηθέντες αυτής της μελέτης αν είχαν ακολουθήσει άλλα προγράμματα. Έτσι, από τα δεδομένα, δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι το ACIM είναι πιο ωφέλιμο από άλλα προγράμματα, μόνο ότι ως πρόγραμμα, το ACIM φαίνεται να ταιριάζει καλύτερα σε ορισμένα άτομα σε ορισμένες περιπτώσεις. Πράγματι, το ίδιο το ACIM δηλώνει ότι, ως πρόγραμμα, «προορίζεται για δασκάλους μιας ειδικής μορφής του παγκόσμιου Μαθήματος. Υπάρχουν πολλές χιλιάδες άλλες μορφές, όλες με την ίδια έκβαση» (A Course in Miracles 2007c, σελ. 3).
Μια πιθανότητα για μελλοντική έρευνα θα μπορούσε επίσης να περιλαμβάνει την εξέταση των σύντομων εκδόσεων του ACIM που έχουν αναπτυχθεί από μαθητές του ACIM: για παράδειγμα, το 40ήμερο Πρόγραμμα Μεταμόρφωσης που προσφέρεται από τη Lisa Natoli. Μια συγκριτική μελέτη που περιλαμβάνει μια ομάδα ελέγχου και τα αποτελέσματα ενός σαραντήμερου προγράμματος ACIM, CBT και ACT θα μπορούσε τότε να καταστεί εύλογη, προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες για την αποτελεσματικότητα και τη συγκρισιμότητα τέτοιων προγραμμάτων. Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει διεξαχθεί έρευνα για να προσδιοριστεί εάν αυτά τα σύντομα υποπροϊόντα του ACIM είναι αποτελεσματικά ή συγκρίσιμα με το ACIM. Επιπλέον, παραμένει άγνωστο πώς ή εάν αυτά τα σύντομα υποπροϊόντα του ACIM καλύπτουν την οντολογική κατανόηση που παρέχει το Κείμενο. Δυνητικά, η διάρκεια του Βιβλίου Εργασίας ως ελάχιστη 12μηνη άσκηση για τη διαμόρφωση μέρους της εγγενούς δομής του ACIM μπορεί να είναι σημαντική για το διαχρονικό του όφελος. Η προσπάθεια συντόμευσης αυτής της διαδικασίας μπορεί να μειώσει, αν όχι να αναιρέσει, την αποτελεσματικότητα του ACIM ως προγράμματος παρέμβασης. Συνεπώς, συνιστάται προσοχή στην εξίσωση τέτοιων προγραμμάτων με το ACIM.
Το εύρημα του Boorstein (2000) ότι, ανεξάρτητα από το επίπεδο εκπαίδευσης ή την κατάσταση ψυχικής υγείας, το ACIM μπορεί να προσφέρει απτά οφέλη στην ψυχική ευζωία, αναμφισβήτητα υποστηρίζεται. Είναι επίσης προφανές ότι, ως πρόγραμμα εκπαίδευσης του νου που στοχεύει στην αποκατάσταση της ψυχικής ευζωίας μέσω της εγκατάλειψης των πεποιθήσεων, το ACIM είναι ωφέλιμο στη θεραπεία μιας σειράς ψυχικών διαταραχών. Το γεγονός ότι η ψυχική υγεία μπορεί να βελτιωθεί ή να θεραπευτεί φαίνεται επίσης προφανές, τουλάχιστον για τους ερωτηθέντες. Αυτά τα ευρήματα προσθέτουν υποστήριξη στην υπάρχουσα έρευνα σχετικά με τα οφέλη των μη δυιστικών πρακτικών στη θεραπεία των ψυχικών ασθενειών (Nixon και Theriault 2012; Tzu et al. 2017), και στην πρόταση των Immergut και Kaufman (2014) ότι ο απειλούμενος εαυτός δημιουργείται από την πίστη στον δυϊσμό.
Συμπερασματικά, λαμβάνοντας υπόψη τις συχνά τραγικές συνέπειες της κακής ψυχικής υγείας, είναι σημαντικό να διερευνήσουμε και να είμαστε ανοιχτοί σε μια σειρά μεθόδων που μπορεί δυνητικά να οδηγήσουν σε βελτιωμένα αποτελέσματα στην ψυχική υγεία. Αυτή η μελέτη υποδεικνύει ότι το ACIM, ως μία μη-δυική θεραπευτική επιλογή, είναι μία από αυτές τις οδούς. Η σύγκρουση συμφερόντων και η δεοντολογία είναι υποχρεωτικές σύμφωνα με τις οδηγίες του περιοδικού.
Τήρηση Δεοντολογίας
Σύγκρουση συμφερόντων: Οι συγγραφείς δηλώνουν ότι η παρούσα έρευνα δεν χρηματοδοτήθηκε από κανένα μέρος που σχετίζεται με το ACIM και δεν παρείχε κανένα οικονομικό όφελος ή προνόμιο σε όσους συμμετείχαν. Ο κύριος συγγραφέας ήταν μαθητής του ACIM για πάνω από 20 χρόνια, ωστόσο σε κανένα σημείο δεν δόθηκαν οι απόψεις του κύριου συγγραφέα ή η προσωπική του εμπειρία με το πρόγραμμα κατά τη συλλογή δεδομένων. Για να διασφαλιστεί η ακεραιότητα της έρευνας, η συμμετοχή ήταν εθελοντική και δεν ζητήθηκε από κανένα άτομο να προσφερθεί εθελοντικά.
Παραπομπές
A Course in Miracles. (2007a). Text (3rd ed.). Mill Valley: Foundation for Inner Peace.
A Course in Miracles. (2007b). Workbook for Students (3rd ed.). Mill Valley: Foundation for Inner Peace. A Course in Miracles. (2007c). Manual for Teachers (3rd ed.). Mill Valley: Foundation for Inner Peace.
Alexander, S. (2012). Why goal setting can ruin your life. Industrial and Commercial Training, 44(1), 51–55. https://doi.org/10.1108/00197851211193435.
A-Tjak, J. G. L., Davis, M. L., Morina, N., Powers, M. B., Smits, J. A. J., & Emmelkamp, P. M. G. (2015). A meta-analysis of the efficacy of acceptance and commitment therapy for clinically relevant mental and physical health problems. Psychotherapy and Psychosomatics, 84(1), 30–36.
Bach, P., & Hayes, S. C. (2002). The use of acceptance and commitment therapy to prevent the
rehospitalization of psychotic patients: a randomized controlled trial. Journal of Consulting and Clinical Psychology, 70(5), 1129–1139. https://doi.org/10.1037/0022-006X.70.5.1129.
Baker, A., Lee, N. K., Claire, M., Lewin, T. J., Grant, T., Pohlman, S., Saunders, J. B., Kay-Lambkin, F., Constable, P., Jenner, L., & Carr, V. J. (2005). Brief cognitive behavioural interventions for regular amphetamine users: a step in the right direction. Addiction, 100(3), 367–378. https://doi.org/10.1111
Boorstein, S. (2000). Transpersonal psychotherapy. American Journal of Psychotherapy, 54(3), 408–423.
Brinkborg, H., Michanek, J., Hesser, H., & Berglund, G. (2011). Acceptance and commitment therapy for the treatment of stress among social workers: a randomized controlled trial. Behaviour Research and Therapy, 49(6-7), 389–398. https://doi.org/10.1016/j.brat.2011.03.009.
Bryant, R. A., Kenny, L., Rawson, N., Cahill, C., Joscelyne, A., Garber, B., et al. (2018). Efficacy of exposure-based cognitive behaviour therapy for post-traumatic stress disorder in emergency service personnel: a randomised clinical trial. Psychological Medicine, 1–9. https://doi.org/10.1017/S0033291718002234.
Course in Miracles Society (2017) Comparison of versions, Course in Miracles Society, viewed 7th April 2017. https://www.jcim.net/acim-comparison-of-versions/
Driessen, E., & Hollon, S. D. (2010). Cognitive behavioral therapy for mood disorders: efficacy, moderators and mediators. Psychiatric Clinics, 33(3), 537–555.
Eagly, A. H., & Chaiken, S. (1993). The psychology of attitudes. Fort Worth, TX. Harcourt Brace Jovanovich College Publishers.
Foundation for Inner Peace (2016). A Course in Miracles, Viewed 21st March 2016, https://acim. org/AboutACIM/
Hamm, M. S., & Schrink, J. L. (2016). The conditions of effective implementation. Criminal Justice and Behavior, 16(2), 166–182. https://doi.org/10.1177/0093854889016002003.
Hennink, M. M., Kaiser, B. N., & Marconi, V. C. (2017). Code saturation versus meaning saturation: how many interviews are enough? Qualitative Health Research, 27(4), 591–608. https://doi.org/10.1177
Hok, J., Tishelman, C., Ploner, A., Forss, A., & Falkenberg, T. (2008). Mapping patterns of complementary and alternative medicine use in cancer: an explorative cross-sectional study of individuals with reported positive “exceptional” experiences. BMC Complementary and Alternative Medicine, 8(1), 48. https://doi.org/10.1186
Immergut, M., & Kaufman, P. (2014). A sociology of no-self: applying Buddhist social theory to symbolic interaction. Symbolic Interaction, 37(2), 264–282. https://doi.org/10.1002/symb.90.
Kent, M. (2006). Social. In The Oxford Dictionary of Sports Science & Medicine. Oxford University Press. Retrieved 17 Dec. 2018, from https://www.oxfordreference.com.ezproxy.lib.swin.edu.au/view/10.1093
/acref/9780198568506.001.0001/acref-9780198568506-e-6512.
Miracles Prisoner Ministry. (n.d.). Viewed 18 December 2018, https://www.miraclesprisonerministry.org/ Morrison, A. P., & Barratt, S. (2009). What are the components of CBT for psychosis? A Delphi study.
Schizophrenia Bulletin, 36(1), 136–142.
Nixon, G., & Theriault, B. (2012). Nondual psychotherapy and second stage sexual addictions recovery: transforming “Master of the Universe” narcissism into nondual being. International Journal of Mental Health and Addiction, 10(3), 368–385. https://doi.org/10.1007/s11469-011-9366-x.
Oei, T. P., Lim, B., & Young, R. M. (1991). Cognitive processes and cognititve behavior therapy in the treatment of problem drinking. Journal of Addictive Diseases, 10(3), 63–80.
Otte, C. (2011). Cognitive behavioural therapy in anxiety disorders: current state of the evidence. Dialogues in Clinical Neuroscience, 13(4), 413–421.
Petty, R. E., Wegener, D. T., & Fabrigar, L. R. (1997). Attitudes and attitude change. Annual Review of Psychology, 48(1), 609–647.
Sahdra, B. K., Shaver, P. R., & Brown, K. W. (2010). A scale to measure nonattachment: a Buddhist complement to Western research on attachment and adaptive functioning. Journal of Personality Assessment, 92(2), 116–127.
Schwarz, N. (2007). Attitude construction: evaluation in context. Social Cognition, 25(5), 638–656.
Tzu, G., Bannerman, B., & Hill, N. (2017). From grey nothingness to holistic healing: a non-dual approach to the treatment of burnout. International Journal of Mental Health and Addiction, 15(3), 652–669. https://doi. org/10.1007/s11469-016-9701-3.
Veehof, M. M., Oskam, M. J., Schreurs, K. M., & Bohlmeijer, E. T. (2011). Acceptance-based interventions for the treatment of chronic pain: a systematic review and meta-analysis. Pain, 152(3), 533–542. https://doi. org/10.1016/j.pain.2010.11.002.
Publisher’s Note Springer Nature remains neutral with regard to jurisdictional claims in published maps and institutional affiliations.